ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
0 comments

Δημήτρης Τσαλουμάς: Ενας μεγάλος Ελληνας ποιητής, που αγνοεί η Ελλάδα

| 14/06/2002
 

ΠΕΡΝΑ τα καλοκαίρια στο όμορφο νησί του στο Αιγαίο, το δικό του «κόσμο» και «τόπο» όπως λέει. Γράφει ποίηση στα Ελληνικά και Αγγλικά. Εχει εκδόσει 16 βιβλία στις δύο γλώσσες. Το έργο του έχει αποσπάσει μεγάλα λογοτεχνικά βραβεία και εξαιρετικές κριτικές. Θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους ποιητές της Αυστραλίας. Πρόσφατα το Αυστραλιανό Συμβούλιο Καλών Τεχνών του απένειμε ένα από τα ανώτερα βραβεία λογοτεχνίας (Emeritus Award) για τη «σημαντική και πολυετή προσφορά του στην αυστραλιανή λογοτεχνία».

Ο λόγος για τον 80χρονο ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά, από τη Λέρο. Τον Έλληνα ποιητή που τιμούν οι ξένοι και… αγνοεί η Ελλάδα! Και τούτο, παρόλο που η ποίησή του είναι ελληνική, «ελληνικότατη», σύμφωνα με τον ίδιο και τους κριτικούς του έργου του. Ο Αγγλος κριτικός Peter Levi σε άρθρο του στην εφημερίδα του Λονδίνου «The Times – Literary Criticism», είχε σημειώσει: «Δεν μπορείς να κατατάξεις τον Τσαλουμά σε σύγκριση με άλλους λογοτέχνες. Ηταν κάτι που απουσίαζε. Ευτυχής η γλώσσα που ανέδειξε έναν τέτοιο ποιητή!»

 

Δημήτρης Τσαλουμάς: Ο μεγάλος Ελληνας ποιητής που τιμούν οι ξένοι και… αγνοεί η Ελλάδα! Και τούτο, παρόλο που η ποίησή του είναι ελληνική, «ελληνικότατη», σύμφωνα με τον ίδιο και τους κριτικούς του έργου του. Ο Αγγλος κριτικός Peter Levi σε άρθρο του στην εφημερίδα του Λονδίνου «The Times – Literary Criticism», είχε σημειώσει: «Δεν μπορείς να κατατάξεις τον Τσαλουμά σε σύγκριση με άλλους λογοτέχνες. Ηταν κάτι που απουσίαζε. Ευτυχής η γλώσσα που ανέδειξε έναν τέτοιο ποιητή!»

 

Ο Δημήτρης Τσαλουμάς γεννήθηκε το 1921 και όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος «μεγάλωσε στη σκιά του φασισμού». Ο φόβος και το μίσος από τα χρόνια εκείνα σημάδεψε τη ζωή του. Οταν το 1935 η Ρώμη αποφάσισε να «ιταλοποιήσει» τον πληθυσμό των Δωδεκανήσων κλείνοντας, μεταξύ άλλων, και όλα τα ελληνικά σχολεία, ο Τσαλουμάς δεν είχε άλλη επιλογή από το να φοιτήσει σε ιταλικά σχολεία της Ρόδου.

«Δεν λυπάμαι γι’ αυτό», λέει. «Χρωστώ όλα όσα δημιούργησα στη μουσική και την ποίηση στους Ιταλούς δασκάλους μου – όλοι τους ευφυέστατοι, προοδευτικοί και συμπαθητικοί…» Και προσθέτει: «Η ειρωνεία είναι πως δεν γνώρισα τον πραγματικό φασισμό ώσπου να έρθουν οι δικοί μας χωροφύλακες, το 1948. Όλοι όσοι είχαν αντίθετη γνώμη με τους βασιλικούς, που τους υποστήριζαν οι… σύμμαχοι, ήταν κομμουνιστές και διώκονταν. Αντίθετα οι φασίστες, οι ναζιστές, οι καταδότες ευημερούσαν.»

Μια επιλογή ελληνικών ποιημάτων του σε μετάφραση του Philip Grundy (The Observatory, 1983) βραβεύτηκε με το Α’ Βραβείο αυστραλιανής λογοτεχνίας της Εθνικής Επιτροπής Βιβλίου. Το Νοέμβριο του 1995 τιμήθηκε με το βραβείο Wesley M. Wright για την ποίηση, με το σημαντικό βραβείο Patrick White Award, καθώς με το βραβείο ποίησης John Bray Award. Μια ακόμα ένδειξη για την αναγνώριση του έργου του αποτελεί και το γεγονός ότι έχει προσκληθεί πολλές φορές από διάφορα πανεπιστήμια της Αυστραλίας και Αγγλίας (Οξφόρδης) ως writer-in-residence.

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΑΜΕ τον Δημήτρη Τσαλουμά στο σπίτι του, στο παραθαλάσσιο προάστιο Ελγουντ της Μελβούρνης. Είναι ένας ευγενικός, φιλόξενος και φιλικός άνθρωπος, που του αρέσει να μιλά για όλα. Δηλώνει ικανοποιημένος για το νέο βραβείο που του απονεμήθηκε: «Είναι η επιβράβευση του έργου μιας ολόκληρης ζωής!»

– Το Αυστραλιανό Συμβούλιο Καλών Τεχνών σε βράβευσε πρόσφατα για την προσφορά σου στην Αυστραλιανή Λογοτεχνία. Πώς αισθάνεσαι για τη νέα αυτή διάκριση;
Αισθάνομαι περήφανος και ικανοποιημένος για τη βράβευσή μου. Δεν μπορώ να πω όχι. Είναι η επιβράβευση του έργου μιας ολόκληρης ζωής. Σου δίνει την αίσθηση, τέλος πάντων, ότι κάτι έφτιαξες στη ζωή σου.

– Βέβαια για τα έργα σου έχεις αποσπάσει και άλλα βραβεία, όπως το Πάτρικ Γουάιτ Award και το John Bray Award. Εχεις πλέον καθιερωθεί ως ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες της Αυστραλίας και όχι μόνο.
Καλά, έτσι με θεωρούν… Μπορεί εγώ να έχω διαφορετική αντίληψη… (Γελά). Πάντως, αυτή είναι η ποίησή μου. Αυτό, πάντως, είναι το πέμπτο μεγάλο βραβείο.

– Παλαιότερα, πριν 10-15 χρόνια, μιλούσες με κάποια δόση πικρίας για το γεγονός ότι η Αυστραλία σε τιμά για το έργο σου και την ίδια στιγμή δεν συμβαίνει το ίδιο από την πλευρά της Ελλάδας, τουλάχιστον στο ίδιο επίπεδο με την Αυστραλία, παρόλο που τα έργα σου είναι γραμμένα και στα Ελληνικά.
Καλά… Ούτε στο ίδιο, ούτε σε κατώτερο, ούτε σε κανένα επίπεδο δεν συμβαίνει αυτό από την Ελλάδα. Εκείνα τα χρόνια, να σου πω την αλήθεια, η ιδέα με ενοχλούσε λιγάκι. Στην δεκαετία του ’80 έτσι αισθανόμουνα. Εκτοτε δεν με ενδιαφέρει. Ούτε πικρία αισθάνομαι, ούτε θυμό, ούτε δυσαρέσκεια.

– Ας μιλήσουμε για το έργο σου. Πόσα βιβλία έχεις δημοσιεύσει;
Είναι 16 βιβλία. Στα ελληνικά και αγγλικά, φυσικά.

– Ποιο έργο σου θεωρείς ως πιο αντιπροσωπευτικό του Δημήτρη Τσαλουμά και γιατί;
Με ρωτάνε πολλοί για αυτό. Εγώ τα θεωρώ όλα εξ ίσου καλά. Τα βάζω όλα στο ίδιο επίπεδο. Δεν έχω καμιά ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιο. Κι έπειτα είναι διαφορετικά. Τα βιβλία μου διαφέρουν μεταξύ τους. Εχουν διαφορετική ατμόσφαιρα… Η θεματολογία μπορεί να μην αλλάζει, αν και είναι ευρύτατη, κατά τη γνώμη μου βέβαια. Αλλά ο τρόπος, το κλίμα, γενικά η έκφραση, αλλάζει από το ένα έργο στο άλλο.

– Στο έργο σου είναι έντονο το ελληνικό στοιχείο… Από την αρχαία Ελλάδα, την ελληνική φύση, τη θάλασσα...
Δεν μπορεί να ήταν διαφορετικά. Η ποίησή μου είναι ελληνική. Ελληνικότατη! Είτε είναι γραμμένη στα ελληνικά, είτε στα αγγλικά. Δεν μπορεί να γίνει και διαφορετικά. Μπορεί ποιήματά μου να είναι γραμμένα στην αγγλική γλώσσα, αλλά οι ρίζες τους είναι στην ελληνική παράδοση, στην ελληνικότητά τους.

– Ας σταθούμε λίγο στο θέμα της γλώσσας. Συχνά έχεις αναφερθεί στο δίλημμα που αντιμετώπιζες και ενδεχομένως να αντιμετωπίζεις, σε ποια γλώσσα να εκφραστείς. Σε μια ομιλία σου, στην Αδελαϊδα, στο Συνέδριο Αλλοδαπών Συγγραφέων είχες αναφέρει πως «η ποίησή σου παραμένει βαθύτατα ελληνική, αλλά πλουτίζει και εμπλουτίζεται από την άλλη γλώσσα», την αγγλική δηλαδή. Μίλησες μάλιστα για μεγάλη ‘πάλη’, και για αισθήματα ενοχής και προδοσίας αν έγραφες μόνο σε μια γλώσσα…
Δεν θα πρόδινα μόνο τη μία γλώσσα, αλλά και τις δύο. Ως τις αρχές της δεκαετίας του ’90, έγραφα κυρίως στα ελληνικά. Αλλά αισθανόμουν την ανάγκη να γράψω, να εκφραστώ και στα αγγλικά. Κοίταξε να δεις, μετά από τόσα χρόνια σε μια άλλη κοινωνία, όπου μιλάς άλλη γλώσσα, κερδίζεις το ψωμί σου με αυτή, την πονάς και σιγά-σιγά γίνεται κάτι το δικό σου. Αφομοιώνεται τελείως, γίνεται η ψυχή σου, γίνεται αίμα σου. Οπως η δική σου γλώσσα. Αυτό εννοούσα. Κάτι που είναι δικό σου έχει ορισμένες απαιτήσεις. Να το δουλέψεις, να το εκφράσεις… Τότε άρχισα σιγά-σιγά να γράφω και στα αγγλικά. Βέβαια είχα τις δυνατότητες να το κάνω από νωρίτερα, αλλά δίσταζα. Η καινούργια γλώσσα όμως το απαιτούσε, ζητούσε, ζητούσε, ζητούσε… Γινόταν μια μεγάλη ανάγκη. Κι όταν αυτή η ανάγκη έγινε ακατανίκητη, απαίτηση, τότε δοκίμασα. Και δεν το μετάνιωσα. Βρήκα μια ικανοποίηση εξίσου βαθιά με εκείνη γράφοντας στα ελληνικά. Είναι σαν να δοκιμάζεις τις μουσικές σου δυνάμεις σε ένα καινούργιο όργανο…

– Ησουν και μουσικός, βιολιστής, αν δεν κάνω λάθος…
Ναι! Είναι σαν να είσαι βιολιστής για χρόνια και να αποφασίσεις κάποια στιγμή να εκφραστείς, να δεις αν μπορείς να εκφράσεις τα ίδια ή συγγενή πράγματα στο πιάνο, ας πούμε. Με ικανοποιούσε να γράφω στα αγγλικά. Τότε λοιπόν γιατί να μην το κάνω; Γιατί όχι; Τώρα βλέπω πως οι ενδοιασμοί μου ήταν αβάσιμοι. Δεν πρόκειται για προδοσία της ελληνικής γλώσσας!

– Η τελευταία σου συλλογή έχει τίτλο «Δίφορος καρπός». Τι εννοείς με αυτό τον τίτλο;
Μερικοί φίλοι, μη αγγλομαθείς, μου ζητούσαν συχνά να τους δείξω μερικά δείγματά μου στην αγγλική. Προσπάθησα να μεταφράσω, να αποδώσω στα ελληνικά δύο-τρία ποιήματά μου, μετά έγιναν περισσότερα. Από τότε που βγήκε η πρώτη μου Αγγλική συλλογή, «Γεράκι στη Γούρνα», το 1988, προσπάθησα να αποδώσω στα ελληνικά μερικά από τα ποιήματα, αλλά δεν το κατάφερα. Ηταν δύσκολο… Θυμάσαι ακόμα τον αρχικό στίχο, είναι μέσα σου οι αρχικοί ρυθμοί… Τελικά σταμάτησα την προσπάθεια αυτή. Πριν τρία χρόνια, ψάχνοντας μέσα στα χαρτιά μου βρήκα αυτές τις πρώτες δοκιμές. Αποφάσισα να ξαναδοκιμάσω. Τα κατάφερα, μου άρεσε το αποτέλεσμα και προχώρησα, ως το σημείο που έφτιαξα μια μικρή συλλογή 40 ποιημάτων από τα αγγλικά μου. Είναι τα ποιήματα τη συλλογής «Δίφορος καρπός». Είναι σαν να βγαίνουν από το ίδιο δέντρο, δύο φορές.

– Δηλαδή, δεν πρόκειται για «καθαρές» μεταφράσεις;
Οχι! Είναι νέα ποιήματα, ξαναγραμμένα… Οχι, όμως, με απόλυτη ελευθερία. Κατά κάποιον τρόπο προσαρμόζεται η αρμονία της πρώτης γλώσσας με την άλλη γλώσσα. Αυτά με ενδιαφέρουν εμένα. Με ενδιαφέρει ο ρυθμός, η ηχητική εντύπωση κ.λπ. Εμεινα, πάντως, ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Η μετάφραση είναι δύσκολη. Εχω εκδώσει ολόκληρη ανθολογία της αυστραλιανής ποίησης στα ελληνικά και γνωρίζω τις δυσκολίες που παρουσιάζονται στο έργο του μεταφραστή.

– Σε μια παλαιότερη συνέντευξή σου, είχες αναφέρει πως όταν ένας άνθρωπος έχει τις δικές του προσωπικές ρίζες, τον δικό του τόπο προέλευσης, καθίσταται πιο δυνατός. Ποιος είναι σήμερα, ο δικός σου «τόπος», σε σχέση πάντα με το έργο σου;
Ναι… Πρέπει ο άνθρωπος να είναι αγκυροβολημένος κάπου. Αυτό είναι σωστό! Ο δικός μου «τόπος» είναι στην πατρίδα μου, στο νησί μου τη Λέρο. Δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Εγώ όταν έφυγα από την Ελλάδα ήμουν 30 χρονών. Τι περιμένεις να γίνει μετά τα 30 χρόνια; Ο άνθρωπος πλέον είναι φτιαγμένος, ολοκληρωμένος… Από εκεί και πέρα τι περιμένεις να του συμβεί;

Τα καλοκαίρια, συνήθως, που είμαι στη Λέρο, έρχονται διάφοροι ξένοι επισκέπτες και στις συζητήσεις μας μου κάνουν παρόμοιες ερωτήσεις. «Κοιτάξτε, τους λέω, αυτό το λιμάνι, αυτό το χωριό, αυτό κάστρο, αυτόν τον κόλπο… Αυτός είναι ο κόσμους μου. Γεννήθηκα εδώ πέρα, μεγάλωσα εδώ… Ολη η γνώση μου, η σοφία μου, εδώ έχει δημιουργηθεί. Εδώ έχει τις ρίζες της.» Αυτός είναι ο μικρόκοσμος… Ο μικρός, μεγάλος κόσμος, ο δικός μου.

– Ας μιλήσουμε λίγο για τον Δημήτρη Τσαλουμά, τον άνθρωπο, που κάποτε αποφάσισε να έρθει στην Αυστραλία. Αν δεν κάνω λάθος το 1952, σε ηλικία 30 ετών αποφάσισες να μεταναστεύσεις. Γιατί; Πώς πήρες την απόφαση αυτή;
Πώς ήρθα στην Αυστραλία; Ας μην ξυπνάμε τέτοιες μνήμες… Εφυγα από την Ελλάδα για πολιτικούς λόγους. Με όλες εκείνες τις φασιστικές κυβερνήσεις, τις διορισμένες από τους «συμμάχους», δεν μπορούσες να αντέξεις. Αν δεν ήσουν με το βασιλιά και την… ωραία Φρειδερίκη, ήσουν προδότης, κομμουνιστής. Προβλήματα με τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων, έπρεπε να παρουσιάζεσαι κάθε 10 μέρες στην χωροφυλακή… Δεν θα ξεχάσω ποτέ, όταν ήρθαν οι χωροφύλακες… Ολα τα καθάρματα που είχαν μαζέψει οι Εγγλέζοι για να μας… απελευθερώσουν. Τότε άρχισε και η δίωξη. Φοβερή δίωξη… Ηταν πολύ δύσκολο να φύγεις και από τη χώρα. Τελικά με τη βοήθεια κάποιων γνωστών τα κατάφερα.

Οταν ήρθα στην Αυστραλία εργάσθηκα στο ληξιαρχείο και άρχισα τις πανεπιστημιακές μου σπουδές. Τέλειωσα το πανεπιστήμιο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης το 1958 και στη συνέχεια εργάσθηκα ως εκπαιδευτικός ως το 1982. Παντρεύτηκα στην Αυστραλία και απέκτησα τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια. Η μία κόρη μου είναι στην Ελλάδα, η άλλη προς το παρόν στον Καναδά και οι δύο γιοι μου στην Αυστραλία. Είμαι και παππούς…

Τα προβλήματα που αντιμετώπισα ερχόμενος στην Αυστραλία ήταν πολλά. Γνώριζα κάποια αγγλικά που είχα μάθει από μόνος μου στην Ελλάδα. Αλλά ποιος να σε μάθει εκεί πώς να τα προφέρεις; Οταν βρέθηκα στην Αυστραλία δεν καταλάβαινα τι μου λέγανε. Ηταν δύσκολη η ζωή τα πρώτα χρόνια!

– Πότε άρχισες να ασχολείσαι με την ποίηση;
Είχα αρχίσει να γράφω από την Ελλάδα. Είχα μάλιστα βγάλει και δύο «φυλλάδες». Νόμιζα πως κάτι ήταν. Φίλοι νόμιζαν πως ήταν καλά και με ενθάρρυναν να τα δημοσιεύσω. Μετά από πέντε έξη μήνες στη Μελβούρνη, κάποια μέρα στο διαμέρισμα που είχα νοικιάσει κάτω στη Σαν Κίλντα, κοντά στη θάλασσα, έψαχνα στα χαρτιά μου… Ξαφνικά είδα αυτά τα… «πράγματα», τα άνοιξα κι άρχισα να τα διαβάζω… Δεν θα ξεχάσω ποτέ την εντύπωση που μου κάνανε. Πόσο απογοητεύτηκα! «Τι πράγματα είναι αυτά;» είπα. «Εσύ τα έγραψες;» Τότε πήρα την απόφαση και είπα στον εαυτό μου: «Ακουσε, Δημήτρη, άφησε την ποίηση και τους ποιητές και κάνε καμιά άλλη δουλειά.» Ετσι τα παράτησα.

Για τα επόμενα λίγα χρόνια δεν έπαψα να σκέπτομαι, να ασχολούμαι με τη λογοτεχνία, αλλά δεν έγραφα καθόλου. Ετσι μια μέρα, δεν ξέρω πως ήρθε, άρχισα να γράφω. Ηταν μια εσωτερική ανάγκη, πράγματα που ζητούσαν να εκφραστούν… Ηταν νομίζω το 1963-64. Εγραφα πάλι ποίηση, αλλά αργά, πολύ αργά. Αυτή ήταν η αρχή.

Κοιτούσα τα πρώτα ποιήματα που έγραφα και έβλεπα πως αυτό ήταν κάτι, φαινόταν σαν ποίημα. Εκτοτε δεν είχα πια καμιά αμφιβολία για τον εαυτό μου και τις ικανότητές μου.

– Μίλησέ μας για τον τρόπο που γράφεις τα ποιήματά σου. Εχεις κάποια συγκεκριμένη μέθοδο; Είναι δύσκολο να γράφεις ποίηση;
Δύσκολο δεν είναι να γράψεις ένα ποίημα, όλοι γράφουν. Οσοι ξέρουν το αλφάβητο μπορούν να γράψουν. Σημασία έχει το αποτέλεσμα. Τί είναι αυτό που γράφεται. Προσωπικά δεν έχω κάποια συγκεκριμένη μέθοδο ή σύστημα. Ολα είναι μια ιδέα, μια σκέψη… Γράφω ένα στίχο, μετά έναν άλλο. Οταν φτιάξω το πρώτο δίστιχο, το ξαναμελετώ, το σκέφτομαι και βλέπω αν αυτό είναι ένα ποίημα, αν μπορεί να γίνει ποίημα. Από εκεί και πέρα αρχίζει η εξόρυξη, όπως λέω εγώ. Η ιδέα τριγυρίζει συνέχεια μέσα στο μυαλό σου, ακολουθούν σκέψεις, άλλες ιδέες, η «εξόρυξη», αποφέροντας κάτι το πολύτιμο εδώ και εκεί. Ετσι ολοκληρώνεται το ποίημα.

Ποτέ δεν μετάνοιωσα για αυτό που έγραψα, επειδή πριν τελειώσω γνωρίζω τι κάνω. Ολη η αυτοκριτική μου γίνεται κατά τη διάρκεια της δημιουργίας. Αυτό είναι το σύστημά μου, αν μπορείς να το χαρακτηρίσεις έτσι, ή στα ελληνικά γράφω, ή στα αγγλικά. Πρόκειται για ένα συνεχές «σκάψιμο», για σκληρή δουλειά, χωρίς να χρειάζεται να κάτσω σε ένα γραφείο… Ποτέ δεν σκέφτηκα τώρα θα καθίσω στο γραφείο και θα γράψω ποίημα. Ποτέ δεν το έκανα. Πολλοί γράφουν έτσι. Κάθονται κάτω και λένε τώρα θα γράψω ποιήματα. Και γράφουν. Τώρα αν είναι καλό αυτό που βγαίνει δεν γνωρίζω.

– Τί είναι «καλό» ποίημα για σένα;
Δεν μπορώ να πω… Είναι κάτι που το νοιώθεις, το αντιλαμβάνεσαι, το βλέπεις… Σε τι συνίσταται αυτό είναι κάτι που δεν το εξέτασα ποτέ. Ούτε και νομίζω πως μπορείς να το προσδιορίσεις. Υπάρχουν πολλές τεχνικές, πολλοί τρόποι… Πρέπει να υπάρχει μια απόλυτη αρμονία μεταξύ ποιητικής τεχνικής μορφής, όλων των στοιχείων του ποιήματος… Αυτό που συνίσταται είναι ποίημα είναι ο ρυθμός, η μουσική, η υφή της γλώσσας… Είναι πολλά πράγματα. Οταν γράφεις ένα ποίημα πρέπει να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα!

– Ανέφερες πριν πως γράφεις σιγά, πολύ σιγά… Δηλαδή, πόσο παραγωγικός είσαι;
Στην αρχή έγραφα πολύ αργά, αλλά με τα χρόνια έγινα πιο παραγωγικός. Πιο συχνά γράφω από τότε που άρχισα να εκφράζομαι στα αγγλικά. Κατά περίεργο τρόπο, έγραφα ένα βιβλίο κάθε δύο χρόνια. Πράγμα που δεν είναι εύκολο, ούτε και νομίζω πως είναι λίγο.

– Μίλησέ μας για τα καινούργια σου έργα.
Εχω μια ακόμα υπό έκδοση συλλογή στα ελληνικά. Θα είναι έτοιμη νομίζω στο τέλος του τρέχοντος έτους ή του χρόνου. Από το 2000, όπου εκδόθηκε η τελευταία μου αγγλική συλλογή, μου ήρθε πάλι η επιθυμία να ξαναγράψω στα ελληνικά. Με την υπό έκδοση συλλογή μου, πιστεύω πως κλείνει πλέον ο κύκλος…

– Τι εννοείς με αυτό;
Αρχισα να γράφω στα ελληνικά, στη γλώσσα μου, μετά άρχισα αγγλικά και τώρα επανέρχομαι στα ελληνικά. Εκλεισε έτσι ο κύκλος… Ισως να είναι και η τελευταία μου ποιητική συλλογή.

– Κλείνει και θεματικά ο κύκλος σου με τη νέα συλλογή;
Μπορεί! Δεν το γνωρίζω ακόμα!

– Σκέφτηκες ποτέ να ασχοληθείς με την πεζογραφία;
Ποτέ! Η «πολυλογία» με κουράζει. Μου αρέσει να διαβάζω, να μελετώ πρόζα, αλλά όχι και να γράφω. Πολλές λέξεις, πάρα πολλές. Μου πρότεινε ο εκδότης μου να γράψω κάτι πιο προσωπικό, για τις εμπειρίες μου στη ζωή… Το σκέφτηκα, αλλά δεν το αποφάσισα. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει και μια εξομολόγηση, την αποκάλυψη διαφόρων προσωπικών σου πραγμάτων και καταστάσεων. Υπάρχουν άλλοι που δεν τους ενδιαφέρει να το πράξουν. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω.

– Είσαι ικανοποιημένος από τον ποιητή Δημήτρη Τσαλουμά, για το έργο σου;
Κανείς δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένος από αυτή την προσπάθεια. Κανείς! Αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν μου αρέσει και το έργο μου. Γνωρίζω πολύ καλά τις δυνάμεις μου και ξέρω ότι δεν θα μπορούσα να δημιουργήσω κάτι πιο καλό. Εχω συναίσθηση των δυνατοτήτων μου και ξέρω ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα.

– Το γεγονός ότι έργο σου έχει πολυβραβευτεί και αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές σημαίνει ότι είναι και πολύ καλό…
Αυτό το αφήνω στους κριτές! Το ενδιαφέρον είναι πως το έργο μου είχε απήχηση όχι μόνο στους Ελληνες, αλλά και στους ξένους, στην Αυστραλία, Αγγλία και αλλού.

– Ποια είναι η συμβουλή σου σε έναν νέο ποιητή;
Θα τον παρέπεμπα στο ποίημά μου «Συμβουλή». Ολοι δοκιμάζουν να γράψουν ποίηση… Νομίζω πως είναι γενικό το… κακό. Μικρά παιδιά, μεγάλοι, όλοι…

– Και η ελληνική παροικία εδώ στην Αυστραλία έχει πάρα πολλούς που ασχολούνται με την ποίηση…
Πάρα πολλούς! Κι όχι μόνο εδώ, αλλά και στην Ελλάδα. Ξέρεις πόσοι είναι αυτοί που γράφουν ποιήματα, ξοδεύουν τις οικονομίες και περιουσίες τους ακόμα για να τα εκδώσουν σε βιβλίο κι ας μην αξίζουν ποιητικά; Είναι γενικό το κακό! Τόσο, που όταν με ρωτάνε στην Ελλάδα τι κάνω, τους λέω «γράφω». Δεν λέω, τι. Ντρέπομαι! Δεν αισθάνομαι το ίδιο στην Αυστραλία. Οι εκδοτικοί οίκοι εδώ είναι αυστηροί στις επιλογές τους.

– Ποιος θα είναι ο τίτλος της νέας σου συλλογής;
Λέγεται «Παρατηρήσεις Υποχονδριακού Β’». Περιέχει διάφορα ποιήματα, κυρίως σατυρικά, ορισμένα λυρικά και δραματικά.

– Σου αρέσει η λυρική ποίηση;
Μου αρέσει η λυρική ποίηση, αλλά δεν μπορώ να διαβάζω μεγάλα ποιήματα, χωρίς κίνηση χωρίς δράση. Θέλω να φαντάζομαι χειρονομίες, να φαντάζομαι τόνο φωνής, να φαντάζομαι διάφορα πράγματα, όχι στατικά.
Ολα τα ποιήματά μου έχουν κάτι στο τέλος. Ενα κεντρί, ένα «δηλητήριο», σαν το σκορπιό, όπως λέω εγώ.

– Τα πρώτα σου ποιήματα τα απέρριψες. «Δεν θέλεις ούτε να τα συζητάς,» όπως λες. Ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματά σου μετά από διαστήματα, πως τα βλέπεις; Είσαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα;
Εγώ αφού γράψω και ξαναγράψω ένα ποίημα, και όταν νομίσω πως έχει ολοκληρωθεί, τότε το δακτυλογραφώ. Αυτό κατά κάποιο τρόπο σε αποστασιοποιεί. Το βάζω στο γραφείο μου και το κοιτάζω. Το επεξεργάζομαι, το θαυμάζω, αρχίζω να το δουλεύω πάλι. Τότε αρχίζει η δουλειά η σκληρή. Το τελείωμα του ποιήματος. Προσέχω τα πάντα. Εκείνο που με φοβίζει εμένα είναι το παραγέμισμα. Μια παραπάνω λέξη, η ακόμα και μια λιγότερη. Αν ο ήχος της, η υφή της, η έννοια της ταιριάζουν με το υπόλοιπο ποίημα. Με λίγα λόγια, θέλω το ποίημα να είναι τελειωμένο, ολοκληρωμένο. Είναι δουλειά ατελείωτη, ως τη διόρθωση των δοκιμίων. Η ποίηση είναι μια τέχνη που δεν έχει τελειωμό. Είναι μια δύσκολη τέχνη, για το λόγο ότι βασίζεται πάνω σε λέξεις, που μεταχειριζόμαστε για να εκφραστούμε στην καθημερινή μας ζωή. Ο ρόλος του ποιητή είναι επίσης να ανανεώσει αυτή τη γλώσσα. Όταν για παράδειγμα λέει «τραπέζι» πρέπει να ζωντανεύει τη λέξη και να γίνεται σαν κάτι πρωτάκουστο.

– Ποιος Ελληνας ποιητής σου αρέσει περισσότερο;
Δεν έχω κάποια ιδιαίτερη προτίμηση. Βρίσκω ωραία πράγματα σε όλους τους ποιητές μας. Εκτός από τον Καβάφη φυσικά. Και ο Παλαμάς μου αρέσει, και ο Σικελιανός…

– Ο πολυγραφότατος Ρίτσος;
Γενικά ο Ρίτσος με απωθεί. Οταν ήμουν στην Αγγλία, μου ζήτησαν από το BBC να κάνω μια επιλογή σύγχρονων Ελλήνων ποιητών για μια εκπομπή. Θυμάμαι πως προσπαθούσα για τρεις μήνες να βρω κάτι που πραγματικά μου αρέσει. Εγινε τελικά αυτή η εκπομπή. Αλλά είναι ζήτημα προσωπικού γούστου.

– Ο Ελύτης;
Ο Ελύτης μου αρέσει! Τον γνώριζα καλά και θα μπορούσα να πω πως ήταν καλός φίλος μου. Μου άρεσε ακόμα από τότε που ήμουν νέος και ανώριμος και δεν ήξερα από ποίηση. Θα μπορούσα να πω ότι ήμουν ο πρώτος, ή από τους πρώτους που διάβασαν το «Αξιον Εστί». Μου το έστειλε θυμάμαι να το διαβάσω και ήταν η πρώτη χρονιά που εργαζόμουν ως εκπαιδευτικός. Ισως να το διάβασα πολύ βιαστικά, δεν μου άρεσε. Περάσανε μερικοί μήνες και δεν του απάντησα. Κάποια μέρα το ξαναδιάβασα και έμεινα κατάπληκτος. Αποκαλύφθηκε το έργο του. Μου άρεσε πάρα πολύ, με ενθουσίασε και το έγραψα. Μου απάντησε, θυμάμαι, λέγοντας πως ήμουν από τους λίγους που το εκτίμησαν.

Το πρώτο ποίημα που με εντυπωσίασε από μικρό, ήταν «Οι Τρώες» του Καβάφη. Θυμάμαι μου είχε δώσει ένα περιοδικό της «Νέας Εστίας» ένας θείος μου που ήταν καθηγητής και εντυπωσιάστηκα.

Το ενδιαφέρον για τις τέχνες, τη μουσική, την ποίηση, τη λογοτεχνία μου δημιουργήθηκε, για να πω την αλήθεια, όταν πήγα στα ιταλικά σχολεία, στη Ρόδο, μια και έκλεισαν τα ελληνικά. Στα νησιά μας, εκεί τότε, ο Μουσολίνι είχε στείλει όλους τους αντιφασίστες κ.λπ. ως εξορίστους. Ενας από αυτούς, που ήταν και δάσκαλός μου, με εισήγαγε στις τέχνες.

– Το έχεις μετανοιώσει που έφυγες από την Ελλάδα;
Να σου πω… Εφυγα τόσο αγανακτισμένος από την πατρίδα τότε, που είχα αποφασίσει να μην ξαναγυρίσω. Αλλά, η πατρίδα είναι πατρίδα. Εκανα 20 χρόνια να επιστρέψω πίσω. Και πότε ξαναγύρισα; Με τη δικτατορία της Χούντας. Αλλά δεν με πειράξανε. Από φασισμό σε φασισμό εγώ (Γελά). Εφυγα με τους φασίστες και γύρισα πάλι με αυτούς. Α, και το άλλο. Γεννήθηκα το χρόνο που ήρθε ο Μουσολίνι στα πράγματα (Γελά).

 

TΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΔΗΜ. ΤΣΑΛΟΥΜΑ

Στα ελληνικά:
Ανάσταση 1967 και Τρίπτυχο για μια Δευτέρα παρουσία (Εκδόσεις Αρίων, Μελβούρνη 1974)

Το σπίτι με τους ευκάλυπτους (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη, 1975, 1978)

Παρατηρήσεις ενός υποχονδριακού (Ικαρος, Αθήνα, 1974)

Ο άρρωστος μπαρμπέρης και άλλα πρόσωπα (Ικαρος, Αθήνα, 1979)

Ο γιος του κυρ-Σακή (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη, 1981, 1982)

Το βιβλίο των επιγραμμάτων (Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη, 1981, 1982)

Το ταξίδι (συγκεντρωτική έκδοση, 2 τόμοι, Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα και Owl Publishing, Μελβούρνη, 1995)

Δίφορος καρπός (Owl Publishing, 2001)

 

Δίγλωσσες εκδόσεις (Ελληνικά και Αγγλικά):

The Observatory (University of Queensland Press UQP, 1983, 1984, 1991)

The Book of Epigrams (UQP, 1985)

 

Στα Αγγλικά:

Falcon Drinking (UQP, 1988)

Portrait of a Dog (UQP, 1992)

The Barge (uqp, 1993)

Six Improvisations on the River (Shoestring Press, Λονδίνο, 1996)

The Harbor (UQP, 1998)

The Stoneland Harvest: New and Selected Poems (Shoestring Press, 1999)

New & Selected Poems (UQP, 2000)

 

Ανθολογίες:

Σύγχρονη αυστραλιανή ποίηση (Εισαγωγή, επιμέλεια και μετάφραση, Νέα Πορεία, 1985)

Contemporary Australian Verse (Edited and Translated by Dimitris Tsaloumas, UQP, 1985)

 

Για το έργο του έχουν δημοσιευθεί:

Ειδικά αφιερώματα σε μεγάλες εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά

Πολυάριθμες συνεντεύξεις, κριτικές και αναλύσεις

Δύο βιβλία: Dimitris Tsaloumas: Poet (Dr Con Castan, Elikia Books) και

Dimitris Tsaloumas – A voluntary Exile: Selected Writings on his life and Work (Edited by Helen Nikas, Owl Publishing, 1999)

(c) TGA NEWS