ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
0 comments

Δρ Χρήστος Φίφης: «Να κρατάμε τη φλόγα αναμμένη»

 

Ποιητής, πεζογράφος, κριτικός, ερευνητής, πανεπιστημιακός, με έντονη παροικιακή δραστηριότητα και συμμετοχή σε πληθώρα ομογενειακών οργανισμών, μεταξύ των οποίων και στην Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης. Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Δρ Χρήστο Φίφη από την εποχή που δίδασκε στο Victoria College. Παρακολουθούσα τακτικά το έργο του, τις ομιλίες του, τα δημοσιεύματά του, τις ραδιοφωνικές του εκπομπές. Ένας σοβαρός πανεπιστημιακός και συγγραφέας, δημιουργικός, αγωνιστής, πάντα πρόθυμος να συζητήσει και να ανταποκριθεί σε κάθε κάλεσμα και παρουσίαση σχετιζόμενη με τα πολιτιστικά δρώμενα της παροικίας μας και όχι μόνο.

Γεννήθηκε, από μια αγροτική οικογένεια, στην Κοσκινά Αγρινίου, ένα μικρό χωριό κοντά στο Θέρμο, πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα, τον Οκτώβριο του 1940. Θυμάται αρκετά περιστατικά από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Φοίτησε στα Γυμνάσια Ξυλοκάστρου Κορινθίας και Θέρμου Τριχωνίδας. Μετά τις γυμνασιακές σπουδές εργάστηκε στην Αθήνα για ένα διάστημα ως πρακτικός νοσοκόμος στην κλινική Λυμπέρη και το 1961-62 υπηρέτησε στα τεθωρακισμένα για ένα χρόνο, ως πρώτος γιος πολύτεκνου οικογένειας.Μάλιστα, στους τρεις πρώτους μήνες της θητείας του στο Γουδί, στην Αθήνα, διοικητής του ΚΕΤ ήταν ο τότε ταξίαρχος Γρηγόριος Σπαντιδάκης και υποδιοικητής ο τότε αντισυνταγματάρχης Στυλιανός Παττακός. Το 1963 γράφτηκε στη Σχολή Σκηνοθετών Κινηματογράφου της Ειρήνης Καλκάνη-Κώστα Φωτεινού, αλλά δυσκολευόταν στην πληρωμή των διδάκτρων και σύντομα την εγκατέλειψε.

Ο δρόμος για την ξενιτιά Το αδιέξοδο τον έκανε να σκεφτεί τη μετανάστευση και το Φλεβάρη του 1965 μετανάστευσε στη Μελβούρνη όπου είχε συγγενείς. Εργάστηκε σε διάφορες εργασίες όπως στο «Γκλας Φάκτορι», στην ταχυδρομική υπηρεσία, στα τραμ και ως ταξιτζής ενώ προσπαθούσε να μάθει την Αγγλική. Το 1968 γράφτηκε παρτ τάιμ στη Σχολή Οικονομικών του Πανεπιστημίου Λα Τρομπ και περάτωσε το πρυχίο του το 1973. Παράλληλα παρακολούθησε και το τμήμα Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Αγγλίας στο Αρμιντέιλ της ΝΝΟ, δια αλληλογραφίας. Στη συνέχεια απέκτησε το Δίπλωμα Εκπαίδευσης και δίδαξε το 1974 στο Τεχνικό Γυμνάσιο του Λάϊλορ, ενώ συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές.

Το 1975 διορίστηκε Λέκτορας Ελληνικών στο RMIT όπου εργάστηκε για εφτά χρόνια και στη συνέχεια για πέντε χρόνια στο Victoria College και για 18 χρόνια ως επίκουρος καθηγητής και πρώτος διευθυντής του τμήματος Ελληνικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο La Trobe, από όπου αφυπηρέτησε το 2005. Το 1980 νυμφεύθηκε την Αγγελική Δασκαλάκη. Εχουν μια κόρη και έναν γιο.

Στην Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης από το 1967
Συμμετέχει σε πολλούς παροικιακούς οργανισμούς και επιτροπές. Μέλος στην Κοινότητας έγινε το 1967, καθώς και ιδρυτικό μέλος της Επιτροπής Μελβούρνης για την Αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα (ΕΑΔΕ). Πρόεδρος της ΕΑΔΕ αρχικά ήταν ο Βίκτωρ Νόλης και Γραμματέας ο Πλούταρχος Δεληγιάννης. Αργότερα Πρόεδρος ανέλαβε ο Γιάννης Ζυγούρας και Γραμματείς ήταν κατά διαστήματα ο Διονύσης Συκιώτης και ο Γιώργος Παπαδόπουλος. ΄Αλλοι γνωστοί συμπάροικοι που συμμετείχαν ήταν ο Τάκης Γκόγκος, ο Στάθης Βλασόπουλος, ο ποιητής Νίκος Νινολάκης, ο Θανάσης Δραμογιάννης, ο Απόστολος Ιωάννου, η Λευκοθέα Κυριακίδου, η Γεωργία Λιάλιου, ο Κώστας Γιαμιαδάκης, ο Θόδωρος Σιδηρόπουλος, ο Λούης Δούκας και πολλοί άλλοι εντός ή εκτός του Διοικητικού Συμβουλίου.

Το 1970 ο Χρήστος Φίφης έγινε ιδρυτικό μέλος τού Ελληνοαυστραλιανού Εκπολιτιστικού Συνδέσμου, όπως ήταν το αρχικό του όνομα και το 1974 της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Αντίποδες». Το 1974 ήταν επίσης Πρόεδρος του Συλλόγου Φοιτητών και Πτυχιούχων Μελβούρνης. Από το 1974 συμμετείχε ενεργά στο Σύλλογο Εκπαιδευτικών Νεοελληνικών και επίσης στις επιτροπές Προγραμμάτων του HSC και κατόπιν VCE, ήταν για ένα διάστημα Πρόεδρος των Εξεταστών, μέλος της Επιτροπής ΝΑΑΤΙ για την Ελληνική γλώσσα και για πολλά χρόνια Πρόεδρος της Επιτροπής. Συμμετείχε επίσης στο Σύλλογο Νεοελληνιστών Πανεπιστημιακών Αυστραλίας του οποίου υπήρξε Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος Αναπληρωτής και για ένα μεγάλο διάστημα Γραμματέας. Από το 2004 είναι μέλος της Επιτροπής Ελληνικών προγραμμάτων του ραδιοσταθμού 3ΖΖΖ και από το 2005 Συντονιστής της Επιτροπής. Ήταν ιδρυτικό μέλος του Αγγελιδείου Ιδρύματος 1994-2012 και Πρόεδρος της Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη (Τμήματος Μελβούρνης) (2008-2014). Από το 2009 είναι τακτικός αρθρογράφος της μηνιαίας εφημερίδας «Παροικιακό Βήμα», που εκδίδεται στη Νότια Αυστραλία. Επίσης υπήρξε κατά διαστήματα μέλος διαφόρων άλλων Επιτροπών.

Το λογοτεχνικό έργο
Πρόσφατα κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Κομμάτια Ζωής», από τις εκδόσεις «Όμικρον». Με αφορμή την έκδοση αυτή είχαμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση μαζί του, τόσο για το έργο του όσο και για την Κοινότητα και την παροικία μας. Τάσεις προς το γράψιμο και τη λογοτεχνία είχε από τα μαθητικά του χρόνια, όπου έργα του δημοσιεύονταν στο περιοδικό «Διάπλαση παίδων». «Εύρισκα ότι το γράψιμο πρόσφερε τρόπους έκφρασης,» λέει. «Τα χρόνια που πήγαινα στο Γυμνάσιο το διάβασμα βιβλίων, όταν υπήρχαν, και το γράψιμο πότε-πότε, γέμιζαν τα κενά και οδηγούσαν στη συγκέντρωση και σκέψη.» Οι πρώτες του ποιητικές συλλογές «Προανάκρουσμα» και «Στροφές» εκδόθηκαν το 1963 στην Αθήνα. και η συλλογή «Βιολέτα» στη Μελβούρνη το 1972. «Δύσκολα να σκεφτεί κανείς ότι αυτό έγινε πριν 50 χρόνια, λέει. «Το 1972 στη Μελβούρνη εξέδωσα τη συλλογή «Βιολέτα» που περιείχε και τις δυο προηγούμενες συλλογές.»

Το 2011 εκδόθηκε η ποιητική του συλλογή «Πού είναι το μέρος για ένα χωριό;», η οποία και απέσπασε θετικά σχόλια. «Η τελευταία μου ποιητική συλλογή διαφέρει από τις προηγούμενες στο ότι χρησιμοποιεί περισσότερη αφήγηση και πολυφωνία,» εξηγεί. «Η συλλογή αντιστρέφει τη φράση ενός από τους πατέρες – θεμελιωτές της Μελβούρνης, του John Batman που τον Ιούνιο του 1835 όταν εξερευνούσε και είδε το χώρο της σημερινής Μελβούρνης είπε: “This is the place for a village”. »Η αφηγητική φωνή της συλλογής ερευνά παντού για τις ανθρώπινες σχέσεις, το ανθρώπινο χωριό, στην Ελλάδα, στην Ελληνική παροικία της Μελβούρνης, στην Αυστραλία, στο οικουμενικό χωριό. Στο οικουμενικό χωριό διακρίνει, με το μάτι του πουλιού, τον άνθρωπο – καταστροφέα του γήινου περιβάλλοντός του. Γιατί η πολυφωνία στα ποιήματα της συλλογής; Βοηθά στη δραματικότητα. Βοηθά τα ζητήματα που εγείρονται να παρουσιάζονται από διαφορετικές γωνίες θέασης και διαφορετικές εμπειρίες. Τα ποιήματα δεν περιστρέφονται γύρω από τον ποιητή αλλά γύρω από τα θέματα.» Υπάρχει τότε λυρισμός σε μια πολυφωνική αφήγηση; Ενυπάρχει στις καταστάσεις που αντιμετωπίζει η αφηγηματική φωνή, για παράδειγμα, στην παιδική μνήμη του 10χρονου Κώστα Μαλαξού που αποχωρίζεται τον άρρωστο πατέρα του στο Πορτ Σάιντ, που έφερε τα παιδιά του από το Καστελόριζο μέχρι εκεί για να τα στείλει στην Αυστραλία ενώ ο μικρός Κώστας ανυπομονεί να γνωρίσει τη «μεγάλη θάλασσα» και τον κόσμο, που κουβαλά στη φαντασία του. Ενυπάρχει στη μνήμη και τη σκέψη του γέρου μπάρμπα-Γιώργη που αποφασίζει να «χαθεί» στο δάσος, στην καταιγίδα και τη νύχτα ενώ αντικρύζει για τελευταία φορά το αστραποφωτιζόμενο ολόλαμπρο Μάουντ Μπάφαλο ή στην αγωνία του πουλιού να βρει κάπου έναν αμόλυντο τόπο να σταθεί και να τραγουδήσει.»

«Κομμάτια ζωής»
Όπως σχολιάζει ο ίδιος, τα θέματα που αναπτύσσονται στη συλλογή των διηγημάτων δεν είναι πολύ διαφορετικά από εκείνα της προηγούμενης ποιητικής συλλογής. «Μόνο που στην ποίηση, για να τα διακρίνει κάποιος, χρειάζεται περισσότερη ανάγνωση και εμβάθυνση, ενώ στα διηγήματα τα θέματα είναι ευκολότερα εμφανή,» σημειώνει. Τα «Κομμάτια Ζωής» είναι διηγήματα. ΄Οπως και τα ποιήματα, της προηγούμενης συλλογής ενέχουν το αφηγηματικό στοιχείο.

«Σε ορισμένα διηγήματα, όπως λέτε, «είναι έντονο το αυτοβιογραφικό και βιωματικό στοιχείο». ΄Οχι πάντοτε,» τονίζει, σχολιάζοντας σχετική παρατήρησή μας. «Το διήγημα, για παράδειγμα, «Δεν πάμε μέχρι τη θάλασσα;» είναι ένα αδρό κομμάτι παροικιακής ζωής, όχι του συγγραφέα. Το ίδιο και το διήγημα «Μαρίνα». Ωστόσο, άλλα κομμάτια ζωής μπορεί να είναι του συγγραφέα αλλά επιχειρούν, όχι την έμφαση στο ατομικό αλλά στη γενικότερη εμπειρία μιας περιόδου. Γράφει κάποιος πιο πειστικά για πράγματα και χαρακτήρες που γνωρίζει.»

Στα διηγήματα επιχειρείται η παρουσίαση ιστορικών γεγονότων, παροικιακών εμπειριών, άλλων καταστάσεων και συμπεριφορών μέσα από το λογοτεχνικό μέσο. «Η επίσκεψη στα «Πράσινα Χρόνια», για παράδειγμα που είναι ίσως το περισσότερο αυτοβιογραφικό διήγημα, επιχειρεί να παρουσιάσει τις εμπειρίες της Κατοχής, του Εμφυλίου, των πιέσεων για μετανάστευση και της στενότητας της Ελληνικής κοινωνίας του 1950 και 1960 από την ευρύτερη σκοπιά ενός μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού, όχι από τη στενή ατομική εμπειρία.» Αρκετοί αναγνώστες που διάβασαν το βιβλίο μού είπαν ότι πολλά από τα συμβαίνοντα στα διηγήματα τούς θύμιζαν δικές τους εμπειρίες και περιπτώσεις. Μια φίλη αναγνώστρια μού έγραψε: «Έμαθα πολλά για σένα που δεν ήξερα, και βέβαια θυμήθηκα και τα δικά μου που δεν διαφέρουν… Μακάρι να διαβάσουν το βιβλίο και νεότεροι, δεν θα έχουν να χάσουν, αντίθετα θα μάθαιναν λίγη ιστορία…» Το πολιτικό στοιχείο υπάρχει, αλλά ως υπόμνηση των καταστάσεων και εμπειριών της Κατοχής, του Εμφυλίου, των αδιεξόδων ή των κοινωνικών συγκρούσεων. «Όπως φαίνεται στο διήγημα «Θύμησες από τα πράσινα χρόνια» ή στο ποίημα «Το πουλί, τα βουνά και οι χρόνοι» της ποιητικής συλλογής, υπάρχουν βίαιες στιγμές και συγκρούσεις αλλά δίνονται από διαφορετικές σκοπιές,» υπογραμμίζει.
«Φυσικά, τα λογοτεχνικά κείμενα, όπως και οποιαδήποτε άλλη δημοσίευση, είναι ανοιχτά στην κριτική και την ανάλυση των κριτικών και μελετητών στα οποία η άποψη του συγγραφέα δεν είναι η βαρύνουσα. Ωστόσο, ο διάλογος, όχι μόνο πρέπει να υπάρχει, αλλά είναι αναγκαίος για όλους.»

Ο Δρ Φίφης λέει πως η ποίηση, η πεζογραφία και η λογοτεχνία γενικά, συνεπάγονται σύνθεση και δημιουργική γραφή. Εκτός από την ποίηση έγραφε, λόγω επαγγέλματος, μεταξύ άλλων, δοκίμια και κριτικές αναλύσεις και κατά διαστήματα διηγήματα. Η ενασχόλησή του με την πεζογραφία δεν αποτελεί μια φυσική εξέλιξη για το συγγραφέα. «Στα νεανικά μου χρόνια η δημιουργική μου γραφή ήταν στο χώρο της ποίησης. ΄Έγραφα ευκαιριακά κάποια δοκίμια αλλά το δοκίμιο σχετίζεται ουσιαστικά με το χώρο της κριτικής, της σκέψης και της ανάλυσης, παρά με τη δημιουργική γραφή,» εξηγεί. «Αργότερα, λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας, έπρεπε ν’ ασχοληθώ όλο και πιο πολύ με το δεύτερο είδος γραφής, τη σκέψη, την κριτική, την ανάλυση, ελάχιστος ήταν ο χρόνος που μπορούσα ν’ αφιερώσω στη σύνθεση. Πότε – πότε έκανα δοκιμές στην πεζογραφία. ΄Ενα από τα διηγήματά μου δημοσιεύτηκε πριν μερικά χρόνια αποσπασματικά, σε διάφορα έντυπα.»

Ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία
Αναφερόμενος γενικότερα στην Εληνοαυστραλιανή λογοτεχνία, τη σημασία και το μέλλον της, λέει: «Πιστεύω εννοείς λογοτεχνία που γράφεται στην Αυστραλία στην Ελληνική γλώσσα ή και στην Αγγλική και αφορά την Ελληνοαυστραλιανή εμπειρία. Νομίζω η καλύτερη ανάλυση του όρου έχει γίνει από τον κοινό μας φίλο, τον αείμνηστο Κώστα Καστανά στην εισαγωγή του βιβλίου “Reflections”, του οποίου ήσουν ένας από τους επιμελητές, μαζί με τον Δρ Θανάση Σπηλιά.

Σε συντομία, ο Κώστας Καστανάς αναφέρει στην εισαγωγή του στην έκδοση αυτή, ότι το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας είναι αυτό που εκφράζει την Ελληνοαυστραλιανή συνείδηση. Μπορεί να είναι γραμμένο στα Ελληνικά, οπότε το κείμενο είναι μέρος και της Ελληνικής λογοτεχνίας, ή να είναι γραμμένο και στα Αγγλικά, οπότε είναι μέρος και της Αυστραλιανής λογοτεχνίας. Συμφωνώ με την άποψη ότι Ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία σημαίνει την έκφραση της Ελληνοαυστραλιανής συνείδησης και εμπειρίας, είτε το κείμενο είναι, για παράδειγμα, γραμμένο στα Ελληνικά από τον Αλέκο Δούκα, είτε στα Αγγλικά από τον Αριστείδη Παραδείση. Γιατί υπάρχει και λογοτεχνία ατόµων ελληνικής καταγωγής που όταν δεν εκφράζουν την Ελληνοαυστραλιανή εμπειρία δεν είναι κείμενα της Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας, όπως, για παράδειγμα, η λογοτεχνία του Χρήστου Τσιόλκα, που είναι λογοτεχνία του κύριου Αυστραλιανού ρεύματος.»

Ο Δρ Φίφης τονίζει ότι ο µελετητής είναι αυτός που θα εξετάσει τι αποτελεί «Ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία» και τι λογοτεχνία του κύριου Αυστραλιανού ρεύµατος, ή οτιδήποτε άλλο. «Να διευκρινίσουµε, όµως, ότι η διάκριση «Ελληνοαυστραλιανή λογοτεχνία» και λογοτεχνία του «κύριου Αυστραλιανού ρεύµατος», όπως δείχνει συχνά και η ποίηση του Δηµήτρη Τσαλουµά, δεν είναι απαραίτητα αποκλειστικές και χωριστές κατηγορίες. Υπάρχουν αρκετά έργα ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας που αποτελούν καλή και άριστη ελληνική λογοτεχνία αλλά σπάνια λαµβάνονται υπόψη γι’ αυτό που είναι. Εργα, όπως τα ποιήµατα του Δηµήτρη Τσαλουµά, τα ποιήµατα του Στυλιανού Χαρκιανάκη, τα ποιήµατα του Νίκου Νινολάκη, τα ποιήµατα και το µυθιστόρηµα της Γιώτας Κριλή, τα ποιήµατα και διηγήµατα της Βάσως Καλαµάρα, πολλά διηγήµατα του Γιάννη Βασιλακάκου, πολλά διηγήµατα και ποιήµατα της Ντίνας Αµανατίδου, η «Κλέλια» και πολλά ποιήµατα της ΄Ερµας Βασιλείου, τα διηγήµατα της κ. Διονυσίας Μούσουρα Τσουκαλά και άλλων για να µην περιοριζόµαστε µόνο σε µερικά ονόµατα, αποτελούν καλή ή άριστη λογοτεχνία, αλλά ελάχιστα είναι γνωστά στην Αυστραλία λόγω γλώσσας και ελάχιστα είναι γνωστά στην Ελλάδα. »Κάποια εξαίρεση αποτελούν τα ποιήµατα του Στυλιανού Χαρκιανάκη, του Δηµήτρη Τσαλουµά και λίγων ακόµη που, ως ένα βαθµό, έχουν γίνει γνωστά στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα, Eλληνική λογοτεχνία φαίνεται να θεωρείται ότι γράφεται και δηµοσιεύεται εντός της χώρας, ή τουλάχιστον δηµοσιεύεται από κάποιον εκδοτικό οίκο της Αθήνας ή το πολύ της Θεσσαλονίκης, ή δηµοσιεύεται στα 3-4 εγχώρια περιοδικά. Αυτή είναι η προσέγγιση του Ελληνικού κέντρου προς την οµογένεια, προς τον Ελληνικό πολιτισµό, προς την Ελληνική πολυµέρεια και ποικιλοµορφία!

«Φωνές βοόντων εν τη ερήμω…»
Ο Δρ Φίφης ανησυχεί για το µέλλον της Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας που γράφεται στα Ελληνικά γιατί αποτελεί ένα συνεχώς συρρικνούμενο περιθώριο: «Βλέπετε να υπάρχει μέλλον; Στη µεγάλη παροικία της Μελβούρνης, σήµερα, δεν υπάρχει κάποιο γνωστό βιβλιοπωλείο που να βρίσκει κανένας ελληνικά βιβλία που εκδίδονται στην Αυστραλία. Η πορεία οδηγεί στο αναπόφευκτο, δηλαδή στην Καβαφική «ποσειδωνιατοποίηση», εφόσον συρικνώνονται η γλώσσα και οι αναγώστες της. Συχνότατα, οι ΄Ελληνες συγγραφείς στην Αυστραλία που γράφουν στα Ελληνικά είναι φωνές βοόντων εν τη ερήµω. Μπράβο στο κουράγιο πολλών ατόµων που εξακολουθούν να επιµένουν Ελληνικά. »Από την άλλη, όµως, για να µην τα βλέπουµε όλα µαύρα και απαιδιόδοξα, υπάρχουν στην παροικία θεσµοί και µέσα που συντελούν στη στήριξη της Ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας. Είναι οργανισµοί, όπως ο Ελληνοαυστραλιανός Πολιτιστικός Σύνδεσµος, περιοδικά όπως «Οι Αντίποδες» και ο «Λόγος», τα ραδιοφωνικά προγράµµ ατα, όπως µερικές φορές του SBS, του 3ΧΥ µε την Ρένα Φραγκιουδάκη, πολλά προγράµµατα του 3ΖΖΖ, τα ηλεκτρονικά περιοδικά «Αναγνώστης» και “Diasporic Literature Spot,” δηµοσιογράφοι και στήλες όπως του Δηµήτρη Τρωαδίτη ή του Κωνσταντίνου Καλυµνιού, και βεβαίως και των «Κοινοτικών Νέων», μερικά αφιλοκερδή θεατρικά και μουσικά συγκροτήματα, ή µερικοί ταλαντούχοι και φιλότιµοι δάσκαλοι των παροικιακών µας σχολείων που διατηρούν τουλάχιστον τη φλόγα αναµµένη.»

Πώς μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε την κατάσταση; «Με δυσκολίες!» λέει ο Δρ Φίφης. «Με το να κρατάμε τη φλόγα αναμμένη. Αυτό αφορά περισσότερο στη διατήρηση και χρήση της Ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία. Να ενισχύουμε τα περιοδικά που παρουσιάζουν έργα στην Ελληνική, να ενθαρρύνουμε τους νέους να σπουδάζουν την Ελληνική, να οργανώνουμε ομιλίες και δημόσιες εκδηλώσεις στην Ελληνική, (παράλληλα με άλλες στην Αγγλική). Να σχολιάζουμε και να συζητούμε τα νέα βιβλία. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε στη Μελβούρνη το Αγγελίδειο Ιδρυμα που βράβευε τα καλύτερα βιβλία που γράφονταν στην Ελληνική. Τώρα σταμάτησε τη δράση του. Προϋπέθετε ορισμένα έξοδα, διοργάνωση και εργασίες επιτροπών, διαφημίσεις στα ΜΜΕ. Στην Ελλάδα διάφοροι φορείς, όπως το Υπουργείο Πολιτισμού, βραβεύουν κάθε χρόνο ορισμένα βιβλία από διάφορες κατηγορίες. Θα μπορούσε να προστεθεί και μια κατηγορία για βιβλία που εκδίδονται σε χώρες που υπάρχει η Ομογένεια. Θα ήταν τουλάχιστον μια ένδειξη.”

Η Κοινότητα
Ο Δρ Χρήστος Φίφης ασχολήθηκε στη διδακτορική του διατριβή με την ιστορία της Κοινότητας. Ποια είναι τα συμπεράσματά του για την Κοινότητα, για τη δημιουργία της, τη συμβολή της και το ρόλο της στη διαμόρφωση και εξέλιξη της παροικίας;

“Είμαι μέλος της «Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Μελβούρνης και Βικτόριας» από το 1967. ΄Εχω επίσης γράψει τη διδακτορική μου διατριβή για την Ιστορία της Ελληνικής Κοινότητας, στο Τμήμα Ιστορίας του Πανεπιστημίου La Trobe. Κατά τη γνώμη μου, και λίγο απλουστευτικά, η Κοινότητα για να καλύπτει όλα τα άτομα Ελληνικής καταγωγής, θα έπρεπε να ήταν απλώς «Ελληνική Κοινότητα Μελβούρνης και Βικτόριας». Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ορθοδοξία δεν είναι σπουδαία για την Ελληνοαυστραλιανή παροικία. Δεν είναι το ίδιο, όμως, για την Κοινότητα και τη συνολική παροικία. Η σημερινή μορφή της Κοινότητας είναι αποτέλεσμα της ιστορίας της και η παροχή εκκλησιαστικών υπηρεσιών ήταν ο αρχικός και πρώτος της σκοπός. Για δυο τουλάχιστον δεκαετίες μετά το 1897 η Κοινότητα ήταν ο μοναδικός παροικιακός οργανισμός στη Μελβούρνη και τη Βικτόρια. Δεν προσέφερε μόνο εκκλησιαστικές υπηρεσίες αλλά ήταν ο μοναδικός ελληνικός φορέας.

Στην πορεία έγιναν διάφορες παροικιακές διαμάχες, αργότερα μερικές διαμάχες μεταξύ Κοινοτήτων και Μητρόπολης ή της μετέπειτα Αρχιεπισκοπής. Προπολεμικά δεν μπορούσε να υπάρξει η Μητρόπολη χωρίς τη βοήθεια των Κοινοτήτων. Ο Χριστόφορος Κνίτης, ο πρώτος Μητροπολίτης, καθυστέρησε να το αντιληφτεί αυτό και απέτυχε. Το Πατριαρχείο τον ανακάλεσε, λόγω της γενικής αποτυχίας του. Δεν είχε τα έξοδα του εισιτηρίου να επιστρέψει στην Αθήνα, τον βοήθησε η Ελληνική κυβέρνηση, και οι Κοινότητες και ιδιώτες έκαναν εράνους να τον συνδράμουν. Ο δεύτερος Μητροπολίτης Τιμόθεος Ευαγγελινίδης αντιλήφθηκε από την αρχή την ανάγκη συνεργασίας Μητρόπολης – Κοινοτήτων. Η συνεργασία αυτή από το 1932 μέχρι την αναχώρησή του από την Αυστραλία το 1947 ήταν καθόλα αρμονική. Ο τρίτος Μητροπολίτης Θεοφύλακτος Παπαθανασόπουλος. λόγω της πολυετούς θητείας του στην Αυστραλία, ως Αρχιμανδρίτης από το 1928 ως το 1947, γνώριζε την αξία της συνεργασίας αλλά επιχειρούσε να μανουβράρει και να καθοδηγεί, με τον τρόπο του, τις Κοινότητες και τους Κοινοτικούς. Η Ελληνική παροικία στη δεκαετία του 1950 άρχισε ξαφνικά να μεγαλώνει και το ίδιο και η Μητρόπολη και να νιώθει η Μητρόπολη, για πρώτη φορά, περισσότερο ασφαλής και ηγεμονική. Ο Θεοφύλακτος δεν επιχείρησε να αμφισβητήσει τις Κοινότητες αλλά να τις ελέγχει. Ο τραγικός του θάνατος σε αυτοκινητικό δυστύχημα στη Μελβούρνη, τον Ιούλιο του 1958, άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου στον επερχόμενο διχασμό της Παροικίας.

Ηταν τραυματικές οι διαμάχες που ακολούθησαν μετά το 1958 και, κατά τη γνώμη μου, ήταν τρομερά τα λάθη και των Κοινοτήτων και της Αρχιεπισκοπής. Οι μη αναπόφευκτες αυτές διαμάχες άφησαν τις πληγές τους και οδήγησαν στην οπισθοδρόμηση και το διχασμό της παροικίας για πολλές δεκαετίες. Για πολλές δεκαετίες η παροικία έτρωγε τις σάρκες της. Υπήρχαν, βέβαια και πολιτικοί λόγοι όπως η περίοδος του Εμφυλίου, των αυταρχικών μετεμφυλιακών κυβερνήσεων, της εφταετούς δικτατορίας στην Ελλάδα, που είχαν τον παρεπόμενο αντίχτυπο μισαλλόδοξων καταστάσεων και στην παροικία. Αν, όμως, η Αρχιεπισκοπή έδειχνε το 1961-62 την ελαστικότητα και διαπραγματευτική ετοιμότητα που επέδειξε το 1970 σήμερα δεν θα υπήρχε εκκλησιαστικό πρόβλημα στην παροικία της Αυστραλίας. Το 1961-62 ήταν πιο εύκολη η συνεννόηση, παρά το 1970 ή μετέπειτα. Δυστυχώς τα προβλήματα συνεχίστηκαν για πολλές δεκαετίες και μετά το 1970, με αποτέλεσμα τον εκκλησιαστικό διχασμό της παροικίας.

Σε συντομία, η Κοινότητα έπαιξε ζωτικό ρόλο στη διαμόρφωση της οργανωμένης παροικίας από την πρώτη στιγμή, με την παροχή εκκλησιαστικών υπηρεσιών, εθνικών υπηρεσιών με την οργάνωση εράνων για την Ελλάδα την περίοδο 1912-1923, με την οργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων –θεατρικές παραστάσεις, εορτασμό της εθνικής επετείου- και τελικά με την οργάνωση απογευματινού σχολείου. Μετά το 1952 πολλοί παράγοντες συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σημερινής μορφής της παροικίας, αλλά η Κοινότητα ήταν πάντα ένας από τους ζωτικότερους παράγοντες.

Ο ρόλος της Κοινότητας
Μιλώντας για το ρόλο της Κοινότητας και της οργανωμένης ομογένειας στο μέλλον λέει: “Η Κοινότητα και η Αρχιεπισκοπή θα εξακολουθήσουν να είναι κορυφαίοι παράγοντες της οργανωμένης ομογένειας στο μέλλον, ο κάθε φορέας με το ρόλο του. Προσωπικά, πιστεύω, θα ήταν καλό, κάποτε να ξεφύγουν οι δυο φορείς από τον μη φυσικό εναγκαλισμό τους. Και εδώ επίσης, κατά τη γνώμη μου, ήταν το λάθος των κοινοτικών ηγετών το 1958-61 όταν επεδίωξαν, με κάθε θυσία, τη διαιώνιση του εκκλησιαστικού τους ρόλου. Οι τότε κοινοτικοί ταγοί αυτό ήξεραν, αυτό επιχείρησαν να διασώσουν με νύχια και με δόντια. ΄Ηταν αξιοθαύμαστοι, γενναίοι αγωνιστές για τη διάσωση του κοινοτικού θεσμού, όπως τον αντιλαμβάνονταν. Δεν ήταν, όμως, αλάνθαστοι.

Κάποτε, πριν πολλά χρόνια, συνομίλησα στο Σίδνεϊ με τον αείμνηστο Πάνο Γεροντάκο, δημοσιογράφο και πρώην Πρόεδρο της Κοινότητας Σίδνεϊ. «Το μεγαλύτερο λάθος των Κοινοτήτων, μού είπε, ήταν ο χειρισμός του Εκκλησιαστικού ζητήματος. Οι Κοινότητες θα μπορούσαν να πετύχουν πολύ σπουδαία πράγματα και χωρίς τις εκκλησίες. Χωρίς τους περισπασμούς του Εκκλησιαστικού. Και θα ήταν καλύτερα για την παροικία». Το τι επακολούθησε μετά το 1961 είναι γνωστό. Κατακερματισμός των παροικιακών δυνάμεων σε μικρές Κοινότητες και Ενορίες. Δεν ήταν λοιπόν αλάνθαστοι οι Κοινοτικοί, όπως δεν ήταν αλάνθαστοι και οι τότε Μητροπολίτης Θεοφύλακτος, ο ΄Εξαρχος Αθηναγόρας, ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ιεζεκιήλ, και ο Πατριάρχης Αθηναγόρας. Κατά τη γνώμη μου πάντα, η Ιστορία δείχνει ότι, δυστυχώς για την παροικία, όλοι τους ήταν λανθασμένοι.

“Και η αποφυγή του εναγκαλισμού Κοινότητας – Αρχιεπισκοπής σήμερα δεν είναι πράγμα εύκολο. Ο εναγκαλισμός είναι μέρος του Καταστατικού της Κοινότητας και δεν είναι πολλοί αυτοί που θα ήθελαν ν’ αλλάξουν ένα κύριο άρθρο και έναν από τους ιστορικούς και κύριους σκοπούς της Κοινότητας. Η Κοινότητα, όμως, σε αντίθεση με την Αρχιεπισκοπή, είναι ένας δημοκρατικός οργανισμός που θα πρέπει να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται.

“Με ρώτησες για το ρόλο της Κοινότητας στο μέλλον της ομογένειας. Η παροικία στο μέλλον θα είναι διαφορετική. Θα είναι η τρίτη και η τέταρτη γενιά και η πληθώρα των μεικτών γάμων, αναπόφευκτα, θα αυξάνει τη διαφορετικότητα. Η Κοινότητα θα πρέπει να ερευνά τι μπορεί να διασώζει από τον Ελληνισμό μέσα σ’ αυτή την αυξανόμενη διαφορετικότητα. Ο ρόλος της θα είναι να συζητά, να φέρνει μαζί και να ενώνει διαφορετικές τάσεις και καταστάσεις που εκφράζουν εκφάνσεις ελληνικής καταγωγής, ελληνικής ταυτότητας και ελληνικού πολιτισμού στην Αυστραλία. Πάντα κάτι κοινό θα έχει να προσφέρει σε όλους. Στο μέλλον δεν θα χρειάζεται η παροικία τις 40 τόσες εκκλησίες που διαθέτει σήμερα στη Μελβούρνη. Μερικές αναπόφευκτα, θα κλείσουν. Θα κάνει μεγάλη διαφορά αν τις εκκλησίες τις έχει η Αρχιεπισκοπή, ή αν η Κοινότητα θα έχει τις δικές της, ή διαφορετικά τις ενοικιάσει στην Αρχιεπισκοπή, ή πωλήσει τα κτίρια, αν οι εκκλησίες δεν αυτοσυντηρούνται; Δεν λέω ότι για ιστορικούς λόγους η Κοινότητα δεν θα πρέπει να εξακολουθήσει να διαθέτει την εκκλησία του Ευαγγελισμού, ούτε πιστεύω ότι ένας καλοπροαίρετος Αρχιεπίσκοπος θα είχε αντίρρηση στο να βοηθήσει να βρεθεί μια λύση, αν υπάρξει τέτοιο πρόβλημα. Καλή προαίρεση απαιτείται και από τους δυο φορείς. Η άσκοπη οικονομική αιμορραγία δεν βοηθά ούτε τις Κοινότητες, ούτε τον κοινοτικό θεσμό, ούτε την Αρχιεπισκοπή.

“Το ίδιο και με τα σχολεία – τα ημερήσια σχολεία. Αρχικά υπήρχαν στη Μελβούρνη πέντε ημερήσια σχολεία, σήμερα απομένουν μόνο τρία. Αν στο μέλλον υπάρξει μεγαλύτερη συρρίκνωση, δεν θα ήταν καλύτερα Αρχιεπισκοπή και Κοινότητες να συνεργαστούν για τη διάσωση εκείνων που θα έχουν προοπτικές επιβίωσης;

Το μέλλον της γλώσσας μας στην Αυστραλία
Η Κοινότητα και άλλοι οργανισμοί έχουν ως βασικό στόχο την προώθηση της Ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού στην Αυστραλία. Αναφερόμενος στο μέλλον της γλώσσας μας και ιδιαίτερα με τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα στα πανεπιστήμια και τι θα πρέπει να γίνει από την πλευρά της ομογένειας για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα αυτά, τονίζει:

“Οπου οι συνθήκες το απαιτούν θα πρέπει να δίνεται μάχη. Δεν σημαίνει ότι θα είναι πάντα εύκολη ή επιτυχής. Η πείρα διδάσκει ότι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες έχουν τους τρόπους τους να μανουβράρουν τα πράγματα, να δίνουν την εντύπωση ότι ενδιαφέρονται και στην πραγματικότητα να κάνουν το αντίθετο. Τα πράγματα είναι πολύπλοκα. Καμιά μάχη, όμως, δεν χάνεται. Αν όχι τίποτε άλλο δυναμώνει την πληροφόρηση και σφυρηλατεί την ενότητα της παροικίας.

“Στα πανεπιστήμια αυτό που θα βοηθούσε περισσότερο είναι περισσότεροι φοιτητές να απαιτούν να κάνουν Ελληνικά. Συχνά παρεμποδίζονται από τα τμήματά τους που δεν θέλουν οι φοιτητές τους να κάνουν μαθήματα που θα μπορούσαν να τα κάνουν στα δικά τους προγράμματα. Η Κοινότητα, η Αρχιεπισκοπή και άλλοι φορείς που έχουν δυνατότητες θα πρέπει να προσφέρουν υποτροφίες σε φοιτητές που θα ήθελαν να συνεχίσουν την Ελληνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο. Οι μαθητές θα πρέπει νωρίς να κατανοούν γιατί είναι καλό για τη γνώση της ταυτότητάς τους και την παροικία, να γνωρίζουν την Ελληνική όσο το δυνατόν καλύτερα και ότι η εκμάθηση της γλώσσας αξίζει τις θυσίες, τους κόπους και τις προσπάθειες.

“Θα πρέπει να γίνεται προσπάθεια να κρατούνται και να ενισχύονται τα προγράμματα Ελληνικών στα κρατικά σχολεία. ΄Ομως αυτό δεν σημαίνει καθόλου οποιαδήποτε παραμέληση των παροικιακών σχολείων μας. Τα σχολεία του Σαββάτου και τα απογευματινά έχουν δημιουργήσει και αποδείξει τη δική τους παράδοση και αξία. Οι μαθητές δημιουργούν φίλους, βιώνουν ένα ελληνικό περιβάλλον και φορείς όπως η Κοινότητα και η Αρχιεπισκοπή διατηρούν μια ζωηρή επαφή με τους γονείς αλλά και με τα ίδια τα παιδιά, μια επαφή που θα εξακολουθήσει και στο μέλλον.

“Το 1989 ήμουν στο Σχολικό Συμβούλιο του Alphington Grammar και μια Επιτροπή του Συμβουλίου από τον τότε Αντιπρόεδρο της Κοινότητας Νίκο Ζέρβο, τον διευθυντή του Σχολείου και μένα ως εκπρόσωπο των Γονέων επισκεφτήκαμε την Καμπέρα να ζητήσουμε από την κυβέρνηση αναγνώριση και ενίσχυση του Σχολείου που αντιμετώπιζε τεράστια προβλήματα και παρέπαιε οικονομικά. Είδαμε τον τότε πρωθυπουργό Μπομπ Χοκ και τον Υπουργό Απασχόλησης, Παιδείας και Εκπαίδευσης Τζον Ντόκινς.

“Ο Ντόκινς μας είπε ότι θα προτιμούσε τα κρατικά σχολεία να πρόσφεραν σωστά τις γλώσσες, οπότε δεν θα υπήρχε ανάγκη παροικιακών σχολείων. Επειδή, όμως, τα πράγματα ποτέ δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε, έβλεπε με συμπάθεια το αίτημά μας και θα το εξέταζε όσο ευνοϊκά γινόταν. Από τότε πέρασαν δυόμισι δεκαετίες αλλά η κατάσταση των Ελληνικών στα δημόσια σχολεία, όχι μόνο δεν βελτιώθηκε αλλά υπέστη καταβαράθρωση. Το συμπέρασμα είναι ότι θα πρέπει να προστατεύουμε τα παροικιακά μας σχολεία με νύχια και με δόντια.”

– Mέρος της συνέντευξης παρουσιάστηκε στην εφημερίδα της Ελληνικής Κοινότητας Μελβούρνης, “Κοινοτικά Νέα”, στην έκδοση του Φεβρουαρίου 2014