OPINION
1193 views 0 comments

Λεωφορείου οι πόθοι

 

Μέχρι τώρα τελευταία, όποτε άνοιγα την τηλεόραση και έπεφτα επάνω στο ζάπινγκ σε κανένα ελληνικό σήριαλ στεκόμουν για λίγα λεπτά, για να δω τι παίζει. Εννοώ τι παίζει γενικά στον έξω κόσμο…. Τι λένε, πως το λένε, τι απασχολεί τον κόσμο –τώρα μας λένε ‘τηλεθεατές’. Το πρόβλημά μου τις περισσότερες φορές, ήταν ότι δεν με ‘έβλεπα’ πουθενά. Δεν αναγνώριζα ΤΙΠΟΤΑ. Μονάχα τη γλώσσα. Τίποτα άλλο. Σκεφτόμουν, «Ποιοι είναι αυτοί;» «Δεν τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους.» Εννοώ, δεν τους έχω συναντήσει πουθενά, ούτε στον στενό κύκλο των φίλων μου, ούτε στους γνωστούς μου, στους συνεργάτες μου. Και αναρωτιόμουν: «Ρε, μήπως έχω μπει στο περιθώριο;»

Όλα αυτά μέχρι που για ένα λόγο τελείως τυχαίο, άρχισα να ταξιδεύω καθημερινά με το λεωφορείο . Από Γαλάτσι για Πλατεία Αμερικής. Το διπλό, το «τρένο», κοινώς το 608. Και από τότε άρχισα να καταλαβαίνω.

Παλιά έμπαινες στο λεωφορείο, ακύρωνες το εισιτήριό σου και ή καθόσουν άμα υπήρχε θέση ή κρεμιόσουν σαν τσαμπί από μια χειρολαβή, κρατώντας σφιχτά την τσάντα σου επάνω σου για να μην βάλεις κανέναν στον πειρασμό να σου την ξαφρίσει –ασχέτως αν μετά ο ‘δράστης’ θα έτρωγε την απογοήτευση για τα καλά- Τι να του κάνουν 5 σημειώσεις και λίγα ευρώ; Μετά, απλά χάζευες στη διαδρομή ή πέταγες κανένα «μπορείτε να μου ακυρώσετε το εισιτήριο;» αν είχε πολύ κόσμο. Αλλά ποιοί ήταν, δεν ήξερες. Τι δουλειά κάνουν, πού πάνε, κανένα σημάδι.

Ε λοιπόν, τώρα δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα άλλο από το να μπεις, να κάτσεις και να περιμένεις!… Σε λίγα λεπτά, θα χτυπήσει κάποιο κινητό..
Και από στιγμή σε στιγμή, θα τα μάθεις όλα. Χαρτί και καλαμάρι!

Και το λέω αυτό γιατί εμείς σαν λαός δεν έχουμε ανεπτυγμένο αυτό που οι αγγλοσάξονες λένε privacy και που το υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια. Και δυνατά μιλάμε όταν είμαστε έξω σε κόσμο, και δυνατά …ακούμε.

Από τη στιγμή λοιπόν που θα χτυπήσει το κινητό του διπλανού σου στο λεωφορείο ετοιμάσου να τα δεις και να τα ακούσεις ΟΛΑ! Σε ποιόν μιλάει, αν χάρηκε που τον πήρε τηλέφωνο, τι τους συνδέει, τι κανονίζουν μαζί, πότε θα βρεθούν, τι γνώμη έχουν για τρίτους…Φάκελος κανονικός. Και έτσι αβασάνιστα, αποκαλύπτονται «του λεωφορείου οι πόθοι».

Το 608 είναι η γραμμή που συνδέει….το Νεκροταφείο Ζωγράφου, την Ακαδημία και το Γαλάτσι. Είναι διπλό λεωφορείο όπως είπα, απ΄ αυτά που είναι στη μέση σαν φυσαρμόνικα. Και αυτό το ‘μόνικα’ στη φυσαρμόνικα δεν είναι τυχαίο.

Έχει τέσσερις πόρτες και έχει μεγάλη σημασία από ποια πόρτα θα μπεις.

Δυό πόρτες έχει η ζωή; Τέσσερις το 608. Στις μπροστινές πόρτες, δηλαδή στο πρώτο βαγόνι ας πούμε, μπαίνουν πιο allegro χαρακτήρες. Αυτοί που θέλουν να γίνονται οι δουλειές τους γρήγορα. Από τις πίσω πόρτες μπαίνουν πιο πολύ οι νέοι, οι φοιτητές, οι αργόσχολοι.

ΠΟΘΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Όπα!! Νάτο το πρώτο τηλέφωνο! Κατ’ αρχάς και μόνο από το ring tone αρχίζεις και μπαίνεις στο νόημα. Ήχος από το τελευταίο σουξέ του Ρουβά, σε χορευτικό.

Η κοπελιά κοιτάζει την μικρό-οθόνη του μικρό-κινητού και χαμογελάει. Ξαναπαίρνει όμως το ύφος που είχε πριν και σαν σα μην ξέρει ποιος είναι: «Νννννααααι;;;» Δύο νότες. Οκτάβα που ανεβαίνει, με έμφαση στο «ν», την πρώτη νότα, και ύφος μόλις βγήκα από μπάνιο με αφρόλουτρο.

« Εεεεελα!..(πάλι οκτάβα αλλά κατιούσα αυτή τη φορά) Καλάα. Όοχι, πάω για μάθημα» (φοιτήτρια σκεφτόμαστε. Το πρώτο στοιχείο.) «Πόοτε; Όοοχι… Δεν ξέρω…Α!…ναι το είδα αλλά είχα πολύ διάβασμα μωρέ και δεν σε πήρα….»(ο τύπος τρώει πόρτα). Εκείνη αλλάζει γρήγορα θέμα. «Εσύ τι κάνεις;;» (δεν θέλει να τον χάσει και τελείως όμως)

«Αααα…» -Δύο νότες, Bb-E διάστημα πέμπτης ελαττωμένης που κατεβαίνει-… (μάλλον της είναι αδιάφορος) «Το Σάββατο;… δεν ξέρω γιατί είχε πει η Βάνα θα έκλεινε τραπέζι στη Νατάσσα…» (τη Θεοδωρίδου εννοεί οπωσδήποτε). Παύση. (Αυτός μάλλον περιμένει να του πει να έρθει , αλλά εκείνη δεν το αποφασίζει) «Καλά…σε αφήνω τώρα γιατί είμαι στο λεωφορείο…» (για νέο μας το λέει;;) «Έεελα…Άντε…Γεια…φιλάκια….» Κλείνει και ξαναχαμογελάει. Στο καπάκι ξανακούγεται ο Ρουβάς, εκείνη κοιτάζει την οθόνη, απαντάει βιαστικά και λέει με φιλαρέσκεια. « Όπου το βρεις ποιος με πήρε τηλέφωνο!!;;….Όχι βρε, ποιος Τάσος;; Ο Τόλης!! …» (τώρα πρέπει να μιλάει με την κολλητή της) «Όχι βρεεε… Δεν ξέρω, κάτι πήγε να μου πει, αλλά… ξέρεις μωρέ…βαριέμαι” – το ‘βαριέμαι’ C προς D και πίιισω στη G- Xαμογελάκι με ύφος ‘έχουμε άλλες καλύτερες προσφορές’. «Για πες! Σε πήρε; Ααα..τέλεια!! Καλό τραπέζι; Κοίτα άμα δεν είναι μπροστά, δεν λέει. Ε ναι! Τη Νατάσσα πρέπει να τη βλέπεις από κοντά. Δύναμη!» Κοιτάει και γύρω γύρω να δει αν καταλάβαμε όλοι περί τίνος πρόκειται, και ότι μιλάμε για μεγάλο γλέντι και πολύ χάι κατάσταση που ετοιμάζουνε.

«Πόσα άτομα;… Εντάξει η Κατερίνα με τον Μάριο, εσύ με τον Αποστόλη, και εγώ. Τι; Πρέπει να είμαστε 6 ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ;… Ωχ! και τι κάνουμε;» Παύση και προβληματισμός. Προβληματιζόμαστε και εμείς. Μα, να χαλάσει το πάρτι για ένα άτομο; Άδικο δεν είναι; «Ποιόν; Ποιο Τόλη;…ΤΙ ΛΕΣ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ;» Η κολλητή έχει μια ιδέα για να σώσουν την κατάσταση «Είσαι με τα καλά σου; Και τι να του πω;» Η κολλητή δεν θέλει να χάσουν την Νατάσσα με τίποτα! Και κάποιος πρέπει να…θυσιαστεί. «Καλά. Άσε με… άσε με σου λέω! Θα δώ..έλα…άντε γεια γεια..» Όλοι καταλάβαμε ποιόν πρέπει να πάρει για να κλείσει το καρέ.

Έχουμε φτάσει ήδη Κολιάτσου. Πρέπει να αποφασίσει γρήγορα. Σε τρεις στάσεις κατεβαίνω.

Δεν της πήρε και πολύ ευτυχώς. Πατάει κάτι πλήκτρα. Μάλλον τις ληφθείσες κλήσεις ψάχνει. Την βρήκε. Παίρνει τηλέφωνο, παίρνει ανάσα, παίρνει και το ανάλογο ύφος.

«Εεελα!!. – η οκτάβα του ναζιού κατηφορίζει πάλι- Η Σάντυ είμαι! Παιδί μου, το κινητό μου τάχει παίξει!! –τώρα ανεβάζει τον μετρονόμο σε διπλή σχεδόν ταχύτητα- Προηγουμένως/ που /με/ πήρες/ σε/ έβγαλε /με/ απόκρυψη/ και/ δεν/ κατάλαβα/ ποιος/ ήτανε/ Είναι/ και ένας/ περίεργος τύπος/ που/ με παίρνει/ συνέχεια/ -παίρνει μικρή ανάσα-…τέλος πάντων…»

Παίρνει κι άλλη ανάσα, παίρνει και γλυκό ύφος. «Ναα σου πώω, -B ανεβαίνοντας για λίγο προς E και πάλι πίσω συρτά στην E οκτάβα- το Σάββατο θα πάμε στη Νατάσα, έτσι;…» «Ναι, τώρα με πήρε και η Βάνα και μου λέει, θάρθει και ο Τόλης; Γιατί δεν λέει μωρέ να πάς με ξενέρωτη παρέα στη Νατάσσα!…είσαι γλύκα!…μωρέ μήπως μπορείς να περάσεις να με πάρεις; …» (ΚΑΙ ΣΩΦΕΡ!!) «Έγινε, έγινε, άντε…φιλάκια…φιλάκια».

Και σκέφτομαι ότι από τότε που αρχίσαμε όλοι να δίνουμε «φιλάκια», χάθηκαν τα φιλιά. Και από τότε που βγήκαν τα κινητά, χάθηκε η συνεννόηση. Και από τότε που λέμε «Νατάσα» και ΟΛΟΙ ξέρουμε ποια Νατάσσα, θα ξεχάσουμε και την Αλίκη Βουγιουκλάκη, την Ανθυπολοχαγό, ΚΑΙ το έπος του 40.
ΟΠΑ!! Κολιάτσου. Κατεβαίνω.

ΠΟΘΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Το 608 κάνει τη συνηθισμένη διαδρομή από Δροσοπούλου προς Γαλάτσι. Η ώρα είναι περίπου 10 το βράδυ. Ο κόσμος χαλαρός, κουρασμένος. Οι περισσότεροι καθόμαστε γιατί έχει θέσεις. Τα φώτα στο λεωφορείο αναμμένα, κάποιοι κοιτάμε έξω την κίνηση στο δρόμο.

Τσουπ! Νάτο πάλι. Κινητό!

Ο τύπος είναι από τους λίγους που είναι όρθιος. Το βγάζει από την τσέπη της καπαρτίνας του με στυλ, και χωρίς να κοιτάξει την οθόνη «Παρακαλώ!» με κοφτή και βροντερή φωνή που μας βγάζει από το λήθαργο.

«Έλα Νίκο, ναι μόλις έφυγα απ’ το μήτιγκ» «Πώς να πάει; Οι άνθρωποι είναι μαλάκες!» (Μπίζνεσμαν καραμπάμ. Κοιταζόμαστε σαν να μας έπεσε βαριά η κουβέντα στην ησυχία εκείνης της ώρας. Άλλο να το λέει ο Μηλιώκας)

«Ε, τι; Αυτοί ζητάνε να βάλουμε εμείς τα μεταφορικά και να τους κόψουμε και τιμολόγιο για ολόκληρο το φορτίο!…Τίποτα, τους άφησα να ψηθούνε μέχρι να γυρίσω από τη Βουδαπέστη. Εν τω μεταξύ τους Θεσσαλονικιούς τους έχω stand by μέχρι να δούμε τι θα γίνει με αυτούς εδώ…ΌΧΙ! Μην κάνεις τίποτα! Θα τους τρέξω εγώ κανονικά, άστο σε μένα! (σκληρό καρύδι ο «εισαγωγές-εξαγωγές»…Ρίχνει και ματιές δεξιά αριστερά, άνετος, σαν να είναι μόνος στο γραφείο του)

«Εντάξει, στείλε μου φαξ γιατί θα λείπω… Έλα γεια.»

Κλείνει το τηλέφωνο και ησυχάζουμε και εμείς. Ξαναγυρνάμε στα παράθυρα αλλά τώρα τον κοιτάμε κάπου-κάπου. Άντε πάλι, επάνω που ησυχάσαμε!

«Παρακαλώ!» Πάλι η στεντόρια κοφτή φωνή. «Έλα μωρό μου.. (γλυκαίνει)..στο δρόμο είμαι, έρχομαι…Ε!..δέκα δεν είπαμε;…Εντάξει μωρό μου… Δέκα είναι τώρα; Τι να κάνω; Έμπλεξα σε ένα μήτιγκ με κάτι μαλάκες (στο μεταξύ πατάει το κουμπί για να κατέβει στην επόμενη στάση)…Ε, τι να κάνω ρε μωράκι μου;…Μα τι να κάνω τώρα βρε πουλάκι μου; -βάζει σουρντίνα το χέρι του στο κινητό- Έλα τώρα μη φωνάζεις…Ναι, το ξέρω βρε μωρό μου…έλα τώρα.. –βγάζει τη σουρντίνα- ΜΩΡΟ;; ΔΕΝ ΣΕ ΑΚΟΥΩ…ΜΩΡΟ;; (το ‘μωρό’ τον έχει συνδέσει κανονικά!)

Το λεωφορείο ξεκινάει πάλι και ο ‘σκληρός’ μόλις έχασε τη στάση του.

Κοιτάει γύρω και μας βλέπει όλους καρφωμένους επάνω του, να χαμογελάμε.

Κατά κάποιο τρόπο το λεωφορείο είναι και μια μουσική παράσταση. Κάτι σαν συμφωνία.

Ή ίσως, ασυμφωνία;

Be the first to comment!
 
Leave a reply »

 

Leave a Response