OPINION
1089 views 0 comments

Παρεξηγημένες λέξεις

 

«Πολύ καλό παιδί»

Ο Αντρέας; Α!!! Είναι «ΠΟΛΥ καλό παιδί!»΄
Συνήθως παίρνουμε αυτή την απάντηση, όταν ζητάμε πληροφορίες για κάποιον που έχουμε ανάγκη, πχ έναν υδραυλικό, έναν τεχνίτη, έναν που κάνει ιδιαίτερα μαθηματικά, έναν γιατρό. Τις πληροφορίες τις ζητάμε από κάποιον που…τον ξέρει. Αντί λοιπόν να ενημερωθούμε για τις γνώσεις, το ταλέντο ή την εμπειρία του υποψήφιου ειδικού, εισπράττουμε ένα συνήθως ενθουσιώδες «είναι πολύ καλό παιδί» σαν να ζητάμε να συνάψουμε μακροχρόνιο δεσμό!

Προς τι λοιπόν η πληροφορία αυτή ευθύς εξ’ αρχής;
Τις περισσότερες φορές, έρχεται να καλύψει τα κενά που έχει ο υποψήφιος συνεργάτης. Δηλαδή, «ναι μεν δεν έχει πτυχίο ή δίπλωμα ή ανάλογη με αυτήν που ζητάς εμπειρία, εν ολίγοις δεν μιλάμε για κανέναν μάστορα του είδους, Αλλά είναι…» Άλλοτε μπορεί να σημαίνει «είμαι σίγουρος ότι δεν είναι το πιο κατάλληλο πρόσωπο αλλά είναι πολύ φίλος μου και θέλω να τον προωθήσω σε καμιά δουλειά…» Ή «δεν είναι πολύ καλός σε αυτό που κάνει αλλά το ξέρει και ο ίδιος και για αυτό έχει έναν ΤΡΟΠΟ συνεργατικό, ήπιο και συγκαταβατικό.» Ή «να είσαι σίγουρος ότι δεν θα σου δημιουργήσει προβλήματα γιατί δεν έχει δική του γνώμη ή δεν την λέει» Σπανίως δε -όταν αυτή η φράση έρχεται σαν πρώτη πληροφορία για κάποιον- σημαίνει «είναι υπέροχος σε αυτό που κάνει και αυτό το υποστηρίζει και με τον ακέραιο και ειλικρινή χαρακτήρα του, το χιούμορ του κ.λ.π.» Αν δε ο ερωτών εντυπωσιαστεί από την περιγραφή «καλό παιδί» και δεν ερευνήσει περαιτέρω σημαίνει ότι ψάχνει απλά για κάποιον να του κάνει «τη δουλειά» όπως την φαντάζεται και αυτός να έχει το πάνω χέρι στην σχέση. Εξ ου και το ..«παιδί».

Ο «Κουλτουριάρης»

Οι νέο-Έλληνες λένε ως βρισιά: «Ασε ρε με τον ΠΑΛΙΟ-ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗ!»
Κατ’ αρχήν να διευκρινίσουμε ότι εφ’ όσον «κουλτούρα» σημαίνει «καλλιέργεια» στα Λατινικά, άρα δεν υπάρχει «παλιά» καλλιέργεια, πρώτον διότι είναι αντιφατικό, και δεύτερον αν είναι παλιά η καλλιέργεια, μάλλον θα έχει.. ξεραθεί.

Πώς κατέληξε ο όρος καλλιεργημένος να εμφανίζεται στο σύγχρονο Ελληνικό λεξιλόγιο ως βρισιά, άπτεται περισσότερο κοινωνικής και ψυχικής ανάλυσης παρά γλωσσικής. Ο «κουλτουριάρης» στο -ακαλλιέργητο κατά κύριο λόγο- μυαλό του υβρίζοντος, είναι ένας που πηγαίνει σε παραστάσεις του Θεόδωρου Τερζόπουλου, που ψηφίζει μικρά κόμματα, που ποδοσφαιρικά τείνει προς την Β Εθνική, (Όχι, δεν πάει στο γήπεδο γιατί δεν είναι «ικανός» ούτε μια κερκίδα να σμπαραλιάσει) που δεν ξέρει ότι όταν λέμε «Τατιάνα» εννοούμε ΤΗΝ Τατιάνα και που δεν έχει πρεφερέ παίκτη στον τελικό του FAME STORY.

Το ότι όλες αυτές οι…ατέλειες μπορεί να είναι οι ΕΠΙΛΟΓΕΣ του υβριζόμενου δεν περνάει καθόλου από το μυαλό του υβρίζοντος, πρώτον γιατί δεν πιστεύει στις προσωπικές επιλογές (αλλά ΜΟΝΟ στις «ομαδικές») και δεύτερον γιατί αν έχει μυαλό , δεν το χρησιμοποιεί για οικονομία.
Εν κατακλείδι, το «κουλτουριάρης» καλέ μου φίλε υβρίζοντα, ΔΕΝ είναι βρισιά, αλλά σημαίνει πως κάποιος ενδιαφέρεται να καλλιεργήσει το ..υλικό του με σκοπό να… θερίσει κάτι τις όταν αυτό το κάτι τις είναι ώριμο και γινωμένο.

«Σε αγαπώ»

«Σε αγαπώ!» Ίσως η ΠΙΟ παρεξηγημένη έκφραση αρχής γενομένης της ανθρώπινης ομιλίας μεταξύ των δύο φύλων.
Ο κάθε ένας σχεδόν που προφέρει αυτές τις λέξεις σε κάποιον του αντίθετου φύλου έχει κάτι πολύ συγκεκριμένο στο μυαλό του και στα αισθήματά του. Αλλά και ο κάθε ένας που ΑΚΟΥΕΙ αυτές τις λέξεις, τις ακούει με πολύ συγκεκριμένες ανάγκες. Ας ξεκινήσουμε με την παρερμηνεία που κρύβουν οι λέξεις για αυτόν που τις αρθρώνει (συνήθως η απαγγελία συνοδεύεται από μία
συναισθηματική φόρτιση, ή αυξημένη λίμπιντο ή και κατάσταση μέθης). Αυτός που λέει «σε αγαπώ» σε κάποιον που στέκεται (ή ξαπλώνει) δίπλα του, μπορεί να εννοεί πολλά και ενδεχομένως αντιφατικά πράγματα.

«Χαίρομαι που είσαι εδώ και όχι αλλού και έτσι δεν νοιώθω μόνος/μόνη».

«Χαίρομαι που ανήκεις σε εμένα και όχι στον Γιώργο, τον Κώστα, την Νίκη, την Κατερίνα» – αναλόγως το φύλο, αν και όχι πάντα.

«Μου εξάπτεις τις σεξουαλικές μου ορμές».

«Έχεις έναν τρόπο που με κάνει να θέλω να ζήσω και όχι να βολοδέρνω από εδώ και εκεί όπως πριν να σε γνωρίσω».

«Μου κάνεις την ζωή δύσκολη, με προσβάλλεις, με αδικείς, ΑΛΛΑ σε αγαπώ…..έχε χάρη που έμαθα να μαζοχίζομαι».

Σπανίως δε οι λέξεις «σε αγαπώ» λέγονται για να πουν:
«Είσαι ένα πλάσμα όμορφο και άξιο να αγαπηθείς και εγώ αναγνωρίζω τις αξίες σου γιατί είναι και δικές μου. Θέλω απλά να σου το αναφέρω. Το ξέρεις άλλωστε».

Αυτή η τελευταία …εκμυστήρευση συνήθως γίνεται σε περιβάλλον με απόλυτη ηρεμία, χωρίς μεγάφωνα με ντεσιμπέλ στα ύψη, χωρίς μεγάλη ένταση στη φωνή και σε άμεση επαφή με τα μάτια του άλλου. Είναι όμως η πιο σπάνια εκδοχή του νοήματος.

Ο «άλλος», που γίνεται δέκτης ενός «σε αγαπώ», αφ ενός δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το ποιά από τις παραπάνω εκδοχές ισχύει (εκτός από την τελευταία που είναι και η πιο ξεκάθαρη, η πιο φωτεινή) αφ’ ετέρου ίσως δεν τον ενδιαφέρει, γιατί συνήθως ακούει υπό την επήρεια. Υπό την επήρεια της ΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ανάγκης την δεδομένη στιγμή.

Η δυνατότητα παρερμηνείας δυναμώνεται ακόμα περισσότερο όταν το «σε αγαπώ» συνοδεύεται από το επίρρημα «για πάντα». Ο αποδέκτης αρχίζει τώρα την δική του…ερμηνεία.

«Με έχει ανάγκη, καλό αυτό!»

«Τώρα με καλοπιάνει ή το εννοεί;»

«Με κάνει να αισθάνομαι ότι αξίζω, επάνω που είχα αρχίσει να αμφιβάλλω»

«Πλάκα μου κάνει; Πρώτα με ταλαιπωρεί, και μετά μου πετάει ένα…..;;»

«Κι εγώ σε αγαπώ, τώρα φίλα με και στο αριστερό αφτί…»

Εάν μιλάμε όμως για τη..χαμηλόφωνη εκδοχή, τότε ο αγαπημένος απλά χαμογελάει, τα μάτια του μισοκλείνουν και η καρδιά γλυκαίνει. Είναι περιττό να «απαντήσει» όπως μάλλον περιττή ήταν και η… δήλωση. Σε γενικές γραμμές το «σε αγαπώ» είναι μία περιττή έκφραση, πλεοναστική και ανήκει στην ίδια σειρά με το «ζεστός που είναι ο ήλιος!», «δροσερό που είναι το αεράκι!» κ.λ.π. Καλύτερα δε να λέγεται με φειδώ ή να μην λέγεται καθόλου..

Ανήκει στο αίσθημα, όχι το λόγο. Στο ρυθμό, όχι τη μελωδία.

Be the first to comment!
 
Leave a reply »

 

Leave a Response