Σε λίγες μέρες, συμπληρώνονται δώδεκα χρόνια από τότε που η πολυεπίπεδη κρίση της δεκαετίας του 2010, με οδήγησε στη συνειδητή επιλογή να επιστρέψω στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, την πόλη μόνιμης κατοικίας και εργασίας από τα εφηβικά μου χρόνια. Με αφορμή αυτήν την επέτειο, λοιπόν, προσπαθώ να αναστοχαστώ τα πολλά της ζωής μου ταξίδια. Από το κεφαλοχώρι της Εράτυρας όπου μεγάλωσα και έζησα αρχικά, στη Μελβούρνη του 1981, στη Θεσσαλονίκη του 1998, στην Αθήνα του 1999, στη Θεσσαλονίκη του 2012, στη Μελβούρνη του 2013.
Πέτρα που κυλάει χορτάρι δεν πιάνει λέει η παροιμία, εγώ όμως αισθάνομαι πως έχω ρίζες, έχω θύμησες, έχω πατρίδες και φίλους/ες παντού. Στην Εράτυρα, στη Μελβούρνη, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα.
Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, ίσως να ‘ναι και παραμύθιασμα, που ως βιωματική, πολιτισμική και αισθητική μειοψηφία, ακούω, βλέπω, αισθάνομαι και καταλαβαίνω πράγματα, που μόνο οι μειοψηφικές ευαισθησίες μπορούν να αισθανθούν και να καταλάβουν, νομίζω.
Εντάξει, υπάρχουν και στιγμές οντολογικής μοναξιάς. Όταν για παράδειγμα σκέφτομαι πως δεν υπάρχουν άτομα που μπορούν να «μοιραστούν», να καταλάβουν, να συσχετιστούν με ολόκληρη την πορεία ζωής μου, μέχρι σήμερα…
Εντάξει, ο ιδεατός, ο συναισθηματικός μου κόσμος, είναι πρωτίστως ελληνικός…
Τη Μελβούρνη όμως, μετά από 29 συνολικά χρόνια παραμονής μου σ’ αυτήν, τη θεωρώ πόλη μου. Διάβασα βιβλία, άκουσα μουσική, διαδήλωσα, περπάτησα, συναθροίστηκα, κοινωνικοποιήθηκα στους δρόμους της, στα καφέ μπαρ της, στα γήπεδά της, στα βιβλιοπωλεία και στους κινηματογράφους της, στα σχολεία και στα πανεπιστήμια της. ‘Έχω θύμησες, έχω πλαστεί ως προσωπικότητα, σε σημαντικό βαθμό, στη μεγάλη Βαβέλ του νότου.
Αισθάνομαι και καταλαβαίνω πως δε χρειάζεται να έχεις γεννηθεί σε έναν τόπο, για να τον αγαπήσεις και να νιώσεις πως ανήκεις και σ’ αυτόν.
Ανασυγκροτούνται συνεχώς, χωρίς να χρειάζεται να ανταγωνίζονται η μια την άλλη, οι πολλές, οι αλληλοσυμπληρωματικές μας ταυτότητες Οι πολιτισμικές, οι γλωσσικές, οι αισθητικές, οι ταξικές, οι ιδεολογικές, οι σεξουαλικές, οι άλλες μας ταυτότητες. Αυτό καταλαβαίνω, αυτό αισθάνομαι, αυτό ζω, όλες αυτές τις δεκαετίες.
Ναι, τη Μελβούρνη την αγαπώ. Όπως αγαπώ επίσης το τοπίο, τον ιδεατό κόσμο, καθώς κι ένα σημαντικό κομμάτι, ολόκληρης της ετερόδοξης και ετερόχρωμης πλέον ανθρωπογεωγραφίας της Αυστραλίας. Χωρίς να απαρνιέμαι ποτέ, το ελληνικό κομμάτι της ταυτότητάς μου, που το βλέπω συν τοις άλλοις και ως εργαλείο που με βοηθάει να καταλαβαίνω και να ευχαριστιέμαι καλύτερα, όλα αυτά που συγκροτούν την Αυστραλία των τελευταίων 45 χρόνων.
Χωρίς να απαρνιέμαι το παρελθόν μου, πάντα διεκδικώ, έχοντας και αποτυχίες, μια θέση κάτω από στον ήλιο της Αυστραλίας. Και ως επίλογο…
Κρίνοντας από το δικό μου βίωμα, δε «φοβήθηκα» ποτέ, ούτε τη μετανάστευση, ούτε τους μετανάστες και τις μετανάστριες…



